Skip to main content

Αντί επάθλου 149

Το μόνο της ζωής μου ταξείδιον

Από πέρσι ονειρευόμουν ένα SUP. Με γοητεύουν οι ασταθείς επιφάνειες. Και πιο πολύ πώς καταφέρνεις να στέκεσαι επάνω τους. Με γοητεύει, βέβαια, και το νερό. Αλίμονο. Καλοκαίρι είναι. Φέτος λοιπόν αποφάσισα να το κάνω δώρο στον εαυτό μου. Πήρα την τιρκουάζ μου σανίδα και τη βάφτισα στα νερά του Ευβοϊκού. Εντάξει, όχι και τόσο μακριά. Στάθηκα όμως με τη μία όρθια κι έκανα με το κουπί μου πέρα δώθε. Σαν να ήξερα από πάντα πώς να το κάνω. Σαν να ήξερα από πάντα πώς να ισορροπώ. Το νερό άλλωστε είναι η δεύτερη φύση μας. Κυλάει, αλλάζει, και μαζί του αλλάζουμε κι εμείς. Πώς αλλιώς;

Κι αυτό το τεύχος που κρατάτε στα χέρια σας γεννήθηκε μέσα στο νερό. Στο νερό της Στεφανιάδας και των βουνών των Αγράφων που κρατούν ακόμη πάνω τους το χιόνι. Στις βυθισμένες πολιτείες και τα γεφύρια του Αχελώου. Στα νερά των πηγών, στους καταρράκτες και τα ρέματα – στη μνήμη και στις ιστορίες που συνεχίζουν να κυλούν μαζί τους. Υπάρχουν τόποι που τους ταξιδεύεις πολύ πριν φτάσεις ως εκεί. Τους πλησιάζεις με μια αίσθηση δέους. Ο Μαλέας ήταν χρόνια για μένα ένας τέτοιος προορισμός. Τις νύχτες κάθομαι στο περβάζι κοιτώντας τον έναστρο ουρανό. Θυμάμαι εκείνη τη νύχτα στο κελί της Αγίας Ειρήνης, με τη θάλασσα να ανοίγεται ανεξάντλητη μπροστά μου. Να μοιάζει Ένα με τον ουρανό και το άπειρο. Μ’ ένα φανταστικό τηλεσκόπιο ταξιδεύω έπειτα ως τα μακρινά νεφελώματα, ψηλά στα οροπέδια της Νότιας Μεσσηνίας.

Υπάρχουν και ταξίδια που τα κάνεις χωρίς καν να μετακινηθείς. Μέσα από το ημερολόγιο του Γκάρο Αγαμπατιάν ταξίδεψα ως τη μακρινή Λέρο, στο ξηρό φως, τις απόκρημνες πλαγιές και τη θάλασσα που γυαλίζει χαμηλά κάτω από τα πυροβολεία. Στον Πλάτανο ονειρεύτηκα πως χόρευα μαζί με τους ντόπιους στη γιορτή των κερασιών, των φεγγαριών και των ερώτων. Ένα άλλο πρωί ξύπνησα στο Καντούνι και, ξαπλωμένη στην αμμουδιά, είδα τον ήλιο να δύει πίσω από το Ιόνιο. Την έφερα τη θάλασσα στα μέτρα μου, ή έστω λίγο πιο κοντά μου. Φέτος, ταξίδεψα πιο μακριά απ’ όσο είχα υπολογίσει. Όχι μόνο σε βουνά, ακρογιαλιές και ποτάμια, μα και σε τόπους όπου η ανθρώπινη ψυχή γυμνώνεται από κάθε βεβαιότητα. Υπάρχουν κι αυτά τα ταξίδια.

— Πότε θα πάμε στη θάλασσα; Με ρώτησαν κι εκεί.

Κι έμαθα πως οι αποστάσεις δεν έχουν και μεγάλη σημασία. Σημασία έχει μια βουτιά. Ένα καλοκαιρινό βράδυ. Η πολυτέλεια του να υπάρχεις ακριβώς όπως είσαι. Ακόμη κι ένα κουπί που χαράζει το νερό. Να θυμηθώ ν’ αγοράσω ένα ακόμη για τα ανίψια μου, να μάθουν από νωρίς να τραβάνε κουπί. Το μέλλον άλλωστε προβλέπεται λαμπρό.

Σε μια χώρα με τόση θάλασσα, φέτος ένας στους δύο Έλληνες δεν θα πάει διακοπές. Γιατί η βενζίνη είναι ακριβή, τα εισιτήρια επίσης, κι ο μήνας τελειώνει κάπου στα μισά. Κάποτε λείπουν τα χρήματα, κάποτε ο χρόνος, κάποτε οι αντοχές. Κι άλλοτε απλώς η ζωή έχει άλλα σχέδια για μας. Μα σήμερα που γράφω αυτό εδώ το κείμενο, έκλεισαν τα σχολεία και για εκατομμύρια παιδιά ξεκίνησε το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι είναι τα παιδιά. Μια υπόσχεση αθωότητας. Μια υποψία ανεμελιάς. Μια μικρή ανακωχή. Κι ένας λόγος να ξεκινάς και να επιστρέφεις. – Στα παιδιά μέσα μας. Καλό καλοκαίρι, φίλοι.

Προτάσεις