Πωγώνι
Η ψυχή της Ηπείρου
Τα Πωγωνοχώρια εκτείνονται στον Δήμο Πωγωνίου, με έδρα το Καλπάκι. Ανάμεσα σε τρεις κορυφές – τη Νεμέρτσικα, τη Μουργκάνα και τον Κασιδιάρη – κυλούν οι ποταμοί Καλαμάς και Γορμός. Ο τόπος είναι ορεινός, αλλά γεμάτος νερά: πηγές, καταρράκτες, λίμνες και πέτρινα γεφύρια πλέκουν το μωσαϊκό του τοπίου. Το ταξίδι ξεκινά από εδώ, την πύλη της περιοχής, εκεί όπου η ιστορία της Ελλάδας γράφτηκε με αίμα και αντοχή.
Καλπάκι
Στο Καλπάκι η γη θυμάται ακόμη τον Οκτώβριο του 1940. Στους λόφους και τα χαρακώματα γύρω από το χωριό δόθηκαν οι πρώτες μεγάλες μάχες του ελληνοϊταλικού πολέμου, όταν ο ελληνικός στρατός ανέκοψε την ιταλική προέλαση. Στα ελληνοαλβανικά βουνά γράφτηκε ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας και στα χωριά της Ηπείρου δόθηκαν αλησμόνητες μάχες.
Η περιοχή έγινε σύμβολο αντίστασης και θάρρους, και το πολεμικό μουσείο που βρίσκεται εκεί θυμίζει πως η ιστορία δεν είναι ποτέ μακριά από την καθημερινότητα αυτού του τόπου. Ο λόφος πάνω από το Καλπάκι δεσπόζει επιβλητικός, με τον μπρούτζινο ανδριάντα του Μαχητή του 1940 να αγναντεύει τον κάμπο — ένα σύμβολο αντοχής, πίστης και θυσίας. Το Μνημείο Μαχητή του 1940 αποτελεί σημείο αναφοράς για όλη την περιοχή και συγκεντρώνει τη συλλογική μνήμη ενός λαού που αντιστάθηκε. Προς την ολοκλήρωσή του οδεύει και το Μνημείο Πεσόντων, στην αρχή του μονοπατιού προς την κορυφή του λόφου, που θα αποδίδει τιμή στους 13.976 πεσόντες του πολέμου — μια σιωπηλή υπενθύμιση του μεγέθους της θυσίας.
Το Καλπάκι είναι ένα χωριό που θυμίζει με τον πιο δυνατό τρόπο τους αγώνες για ελευθερία. Όμως πέρα από τη μνήμη του πολέμου αποτελεί και το πέρασμα προς έναν τόπο αυθεντικό, όπου η φύση και η παράδοση παραμένουν σχεδόν αδιατάρακτες. Από εδώ ο δρόμος ανοίγεται προς τα χωριά του Πωγωνίου — εκεί όπου αρχίζει να αποκαλύπτεται ο παρθένος αυτός τόπος.
Κεφαλόβρυσο
Αφήνοντας πίσω μου το ηρωικό Καλπάκι, ο δρόμος ανηφόρισε ήρεμα προς το Κεφαλόβρυσο Πωγωνίου. Το χωριό απλώθηκε μπροστά μου μεγάλο, σχεδόν αρχοντικό, φωλιασμένο στους πρόποδες της Νεμέρτσικα — ή Μερόπη, όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι.
Οι πλαγιές γύρω είναι γεμάτες βοσκοτόπια και μια αίσθηση ζωής που συνεχίζεται αδιάκοπα μέσα στους αιώνες. Περπατώντας στα σοκάκια ένιωσα πως εδώ η ιστορία δεν είναι κάτι μακρινό· είναι παρούσα, χαραγμένη στους τοίχους, στις μνήμες και στα βλέμματα των ανθρώπων. Στην πλατεία στάθηκα μπροστά στο Ηρώο. Τα ονόματα των νεκρών μου θύμισαν πως αυτός ο τόπος γνώρισε τη φωτιά του πολέμου. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Γερμανοί έκαψαν σπίτια και εκτέλεσαν κατοίκους, ενώ είκοσι ένας άνθρωποι χάθηκαν με τραγικό τρόπο, κλεισμένοι μέσα σε φλεγόμενα σπίτια. Οι περισσότεροι είχαν προλάβει να φύγουν στα βουνά όταν είδαν καπνούς από το γειτονικό Βασιλικό Πωγωνίου, όμως όσοι έμειναν πλήρωσαν βαρύ τίμημα. Κι όμως, τίποτα δεν μαρτυρά σήμερα παραίτηση. Αντίθετα, το χωριό διατηρεί ζωντανή δραστηριότητα: κτηνοτροφικές μονάδες, μικρές επιχειρήσεις και άνθρωποι που συνεχίζουν να δουλεύουν τη γη και τα κοπάδια όπως οι πρόγονοί τους.
Οι περισσότεροι κάτοικοι έχουν βλάχικες ρίζες και ακόμη ακούς τη γλώσσα τους στις καθημερινές κουβέντες. Πολλοί έφυγαν κάποτε για τη Γερμανία ή την Αθήνα, όμως οι δεσμοί με τον τόπο έμειναν δυνατοί. «Εδώ είναι η πατρίδα», μου είπε ένας ηλικιωμένος. «Όπου κι αν πας, εδώ γυρνάς». Το νερό κυλά παντού — πηγές, ρυάκια και ήχοι που δίνουν ζωή στον τόπο και ίσως χάρισαν και το όνομα στο χωριό.
Αν το Ζαγόρι είναι η βιτρίνα της Ηπείρου, το Πωγώνι είναι η ψυχή της.
Ο τόπος μοιάζει ήσυχος — μα κουβαλά αιώνες ιστορίας.
Ωραιόκαστρο, Κάτω Μερώπη και Παλαιόπυργος
Στο Ωραιόκαστρο και τον Παλαιόπυργο ο χρόνος μοιάζει να κυλά πιο αργά. Είναι χωριά που δεν επιδιώκουν να εντυπωσιάσουν. Η ομορφιά τους βρίσκεται στην απλότητα: λιβάδια, πέτρινα σπίτια, παλιές εκκλησίες και θέα σε βουνά που αλλάζουν χρώμα με το φως της ημέρας.
Φτάνω στο Ωραιόκαστρο ένα πρωινό γεμάτο φως, εκεί όπου ο ποταμός Γορμός κυλά ήσυχα και το βλέμμα χάνεται στις κορυφές της Τύμφης και της Νεμέρτσικας. Το χωριό είναι ταπεινό, χωρίς επιδεικτική αρχοντιά, μα γεμάτο αυθεντικότητα: πέτρινα σπίτια, δέντρα, νερά και μια σιωπή που μοιάζει παλιά όσο και ο τόπος.
Λίγο έξω από τον οικισμό αναζητώ τις πηγές Γκλάβας, εκεί όπου γεννιέται ο ποταμός. Το νερό αναβλύζει καθαρό, σχεδόν διάφανο, και νιώθω σαν να παρακολουθώ την αρχή μιας ιστορίας που συνεχίζεται εδώ και αιώνες. Στον δρόμο για εκεί, μια μικρή παράκαμψη οδηγεί στον καταρράκτη Δέση. Η πρόσβαση είναι εύκολη, όμως η εικόνα καθηλωτική: παγωμένο νερό σχηματίζει μια φυσική πισίνα μέσα σε πυκνή βλάστηση. Στέκομαι για λίγο, ακούγοντας μόνο τον ήχο της πτώσης, κι αισθάνομαι πως εδώ η φύση έχει τον πρώτο λόγο.
Το δασικό τοπίο γύρω είναι σχεδόν δαιδαλώδες. Πυκνά δέντρα εναλλάσσονται με ξέφωτα γεμάτα αγριολούλουδα, πρόβατα βόσκουν ελεύθερα, ενώ πετρόχτιστες υδατοδεξαμενές και μικρά ξωκλήσια ξεπροβάλλουν σαν μνήμες άλλης εποχής. Μπαίνοντας στο χωριό με υποδέχεται ο ναός του Αγίου Αθανασίου με τις αιωνόβιες βελανιδιές του, και λίγο πιο κάτω το πέτρινο κατωγέφυρο ενώνει τις όχθες του ποταμού — ένα κομμάτι ιστορίας που συνεχίζει να εξυπηρετεί τη ζωή.
Ανεβαίνω στον λόφο «Κάστρο», εκεί όπου βρίσκονται τα ερείπια της παλιάς ακρόπολης. Η θέα είναι πανοραμική· βλέπω τον καταρράκτη, τα δάση και τις κορυφές και νιώθω πόσο σημαντική υπήρξε η περιοχή από την προϊστορία μέχρι τους ελληνιστικούς χρόνους. Λίγο πιο πέρα, τα ερείπια της Κάτω Μερόπης με καθηλώνουν. Σπίτια χωρίς σκεπές, πεσμένοι τοίχοι, παράθυρα που κοιτούν το κενό. Κι όμως, η ομορφιά τους είναι συγκλονιστική. Εκεί συναντώ τον κυρ-Βασίλη, που μου μιλά για τα χρόνια που το χωριό έσφυζε από ζωή, με παιδιά στο σχολείο και κόσμο στους δρόμους. «Τώρα μείναμε λίγοι», μου λέει, «μα κάποιοι γυρίζουν τα καλοκαίρια». Η φωνή του έχει νοσταλγία, αλλά και ελπίδα.
Ακολουθώντας χωματόδρομο μέσα σε δρυοδάσος, φτάνω στον Ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου, χτισμένο το 1413 — ένα από τα παλαιότερα μνημεία του Πωγωνίου. Η λιτή αρχιτεκτονική του δένει αρμονικά με το τοπίο, σαν να ανήκε πάντα εκεί. Λίγο πιο μακριά συναντώ τη Μονή Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, με το καθολικό του 1614, τις τοιχογραφίες και τα πέτρινα κελιά. Η ησυχία της αυλής και η παλιά στέρνα δημιουργούν μια αίσθηση διαχρονικότητας, σαν να έχει παγώσει ο χρόνος.
Συνεχίζω προς τον Παλαιόπυργο, ένα ορεινό χωριό που αποκαλύπτει την ομορφιά του μόνο όταν κατηφορίσεις προς το κέντρο. Σπίτια του 19ου αιώνα, πέτρα καλοδουλεμένη και φύση που εισχωρεί ανάμεσά τους. Δεν βλέπω ψυχή — μόνο τη σιωπή ενός τόπου που θυμάται.
Λίγο έξω, περνώντας ρέματα και χωματόδρομους, αντικρίζω το Γεφύρι Παλαιόπυργου (Γκρέτση). Κάτω από το τόξο του ενώνονται δύο ρέματα και σχηματίζουν έναν βουερό καταρράκτη που πέφτει σε στενό φαράγγι. Στέκομαι εκεί, ακούγοντας το νερό να βρυχάται, και νιώθω πως όλο αυτό το ταξίδι είναι μια συνεχής συνομιλία με τον χρόνο — έναν χρόνο που κυλά, όπως το νερό, χωρίς ποτέ να σταματά.
Πωγωνιανή
Η βροχή μάς συνόδευε σε όλη τη διαδρομή μέχρι που, μέσα από την ομίχλη, άρχισε να ξεχωρίζει η Πωγωνιανή. Ένα χωριό βαρύ από ιστορία, χτισμένο με την αρχοντιά που άφησαν πίσω τους οι παλιοί ευεργέτες και οι άνθρωποι της ξενιτιάς. Τα μεγάλα πέτρινα σχολικά κτίρια, τα αρχοντικά με τις συμμετρικές όψεις και τις τοξωτές αυλόπορτες μαρτυρούν πως εδώ κάποτε έσφυζε η ζωή.
Περπατώντας στα σοκάκια ένιωθα πως ο χρόνος κινείται αλλιώς — πιο αργά, πιο ουσιαστικά.
Η δυνατή καταιγίδα μάς ανάγκασε να σταματήσουμε στο μαγαζί του Βασίλη Τόμου, ένα ζεστό καταφύγιο γεμάτο μυρωδιές. Η σόμπα έκαιγε και ο ατμός από τα ταψιά θόλωνε τα τζάμια.
«Καθίστε να ζεσταθείτε πρώτα», μας είπε. «Εδώ δεν φεύγει κανείς νηστικός.»
Σε λίγο το τραπέζι γέμισε πίτες — χορτόπιτα, τυρόπιτα — και μαγειρευτά της κατσαρόλας. Η Χρυσάνθη έφερε γλυκό του κουταλιού καρυδάκι σε μικρά πιατάκια. «Δικά της όλα», είπε ο Βασίλης με περηφάνια. «Οικογενειακή δουλειά από τον προπάππου. Τότε το χωριό είχε πολύ κόσμο. Τώρα μείναμε λίγοι και παλεύουμε να το κρατάμε ζωντανό, αν και έχει ερημώσει…»
Στα μάτια και στα χείλη του φαινόταν μια γλυκόπικρη νοσταλγία. Τον άκουγα και σκεφτόμουν πως τέτοια μέρη δεν είναι απλώς ένα ταβερνάκι· είναι κομμάτια μνήμης που κρατούν ζωντανά τα ακριτικά χωριά.
Λίγο αργότερα, ο κύριος Σταύρος Παπαδόπουλος — συνταξιούχος που επέστρεψε από την Αθήνα — μας υποδέχτηκε στο λαογραφικό μουσείο του χωριού, το οποίο κρατά ανοιχτό για όποιον θέλει να το επισκεφτεί. Μέσα, ολόκληρη η ζωή του Πωγωνίου απλωνόταν μπροστά μας: παραδοσιακές φορεσιές με περίτεχνα κεντήματα, υφαντά, εργαλεία κτηνοτροφίας, σκεύη καθημερινής χρήσης, φωτογραφίες από γάμους και πανηγύρια και αντικείμενα από τον πόλεμο. «Οι ίδιοι οι χωριανοί τα έφεραν», μας είπε. «Για να μη χαθεί η ιστορία.» Δίπλα, το μικρό Μουσείο Τηλεπικοινωνιών με παλιά τηλέφωνα και τηλεγραφικές συσκευές θύμιζε πόσο διαφορετικός ήταν ο κόσμος μόλις πριν λίγες δεκαετίες.
Αργότερα γνώρισα τη Νιόβη — από τους λίγους νέους που ζουν μόνιμα στο χωριό. «Εδώ είναι η ζωή μου», μου είπε χαμογελώντας. «Δύσκολο, αλλά αληθινό.»
Στην άκρη του χωριού μάς οδήγησε σε ένα πέτρινο κτίριο που εξωτερικά έμοιαζε λιτό, σχεδόν αθόρυβο μέσα στο τοπίο της Πωγωνιανής. Όταν όμως άνοιξε την πόρτα, ένιωσα πως περνούσα σε έναν άλλο κόσμο. «Εδώ στεγάζονται τα έργα του Ιωάννη Κολέφα», μου είπε.
«Ζωγραφική και ψηφιδωτά. Προσπαθούμε να κρατάμε τον χώρο ζωντανό — όχι μόνο σαν μουσείο, αλλά σαν σημείο πολιτισμού.»
Το φως έμπαινε μαλακά από τα παράθυρα και έπεφτε πάνω στα έργα δημιουργώντας μια αίσθηση ηρεμίας. Στους τοίχους υπήρχαν πίνακες με τοπία της Ηπείρου — βουνά, πέτρινα γεφύρια, χωριά μέσα στην ομίχλη — ενώ σε προθήκες παρουσιάζονταν ψηφιδωτές συνθέσεις με θρησκευτικά και λαογραφικά θέματα. «Ο Κολέφας είχε μεγάλη αγάπη για την παράδοση», συνέχισε η Νιόβη. «Δούλευε με υπομονή, κομμάτι-κομμάτι, όπως οι παλιοί τεχνίτες. Τα ψηφιδωτά του είναι επηρεασμένα από τη βυζαντινή τεχνοτροπία, αλλά έχουν και προσωπικό χαρακτήρα.» Πλησίασα ένα έργο με μικροσκοπικές ψηφίδες. Η λεπτομέρεια ήταν εντυπωσιακή· κάθε πέτρα έμοιαζε να έχει τοποθετηθεί με τελετουργική φροντίδα.
«Πολλοί δεν το περιμένουν να βρουν κάτι τέτοιο εδώ», της είπα. Χαμογέλασε. «Αυτό είναι το ωραίο. Το χωριό κρύβει θησαυρούς. Και για εμάς τους νέους είναι ευθύνη να τους αναδείξουμε.» Μου εξήγησε πως ο χώρος φιλοξενεί και πολιτιστικές δράσεις — μικρές εκθέσεις, εκδηλώσεις, συναντήσεις του συλλόγου και δραστηριότητες ζωγραφικής για τα παιδιά. «Δεν θέλουμε να είναι κλειστός», είπε. «Θέλουμε να έρχεται κόσμος, να ακούγονται φωνές. Ο πολιτισμός δεν ζει στη σιωπή.» Την κοίταξα και σκέφτηκα πόσο σπάνιο είναι να συναντάς νέους ανθρώπους που επιλέγουν συνειδητά να μείνουν σε έναν ορεινό τόπο και να παλέψουν για την ταυτότητά του. «Είμαστε λίγοι», μου είπε σαν να διάβασε τη σκέψη μου. «Αλλά αν φύγουμε κι εμείς, τότε τι θα μείνει;»
Βγαίνοντας από την αίθουσα, γύρισα για μια τελευταία ματιά στα έργα. Δεν ήταν απλώς καλλιτεχνήματα· ήταν μνήμες, πίστη, ιστορία — κομμάτια ψυχής τοποθετημένα σε πέτρα και χρώμα. Και κατάλαβα πως, χάρη σε ανθρώπους σαν τη Νιόβη, τον Βασίλη με το ταβερνάκι και τον κύριο Σταύρο στο λαογραφικό μουσείο, το χωριό συνεχίζει να αναπνέει — όχι μόνο μέσα από το παρελθόν του, αλλά και μέσα από το μέλλον που προσπαθεί να χτίσει.
«Ξέρεις τι είναι η Ζαραβίνα; Ηρεμία. Όποιος έρθει με ταραχή, φεύγει αλλιώς.»
Δολό
Φτάνοντας στο Δολό, μετά την Πωγωνιανή, ένιωθα πως η διαδρομή είχε ήδη φτάσει σε μια κορύφωση — όχι μόνο στο υψόμετρο αλλά και στη συγκίνηση που μου προκαλούσε το τοπίο. Το χωριό, χτισμένο στα 800 μέτρα στο όρος Κουτσόκρανο, απλωνόταν μπροστά μου με πέτρινα σπίτια, κλειδομανταλωμένα καλντερίμια και μια μικρή πλατεία γύρω από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, χτισμένη το 1814. Η σιωπή ήταν σχεδόν εκκωφαντική. Δεν έβλεπες κόσμο, μόνο λίγες καμινάδες που κάπνιζαν — σημάδι πως κάποια σπίτια, δυο-τρία όλα κι όλα, κατοικούνταν ακόμη.
Μια από τις πιο όμορφες στιγμές της ημέρας ήταν η πεζοπορία προς το Γεφύρι της Νονούλως. Πήραμε το μονοπάτι που ξεκινά από τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο και κατεβαίνει στην κοιλάδα, εκεί όπου ο Κουβαράς σχηματίζει μια εντυπωσιακή χαράδρα. Εκεί στέκει αγέρωχο ένα πηγαίο μονότοξο γεφύρι, με άνοιγμα επτά μέτρων και ύψος περίπου έξι πάνω από τα νερά. Μας το είχε περιγράψει νωρίτερα ένας ντόπιος: «Το ’χτισε η Νονούλω με τις λίγες αλλά δικές της οικονομίες, γιατί περνούσε κάθε μέρα με το γαϊδουράκι της και κινδύνευε στο παλιό ξυλογέφυρο.» Περνώντας από πάνω του άκουσα τον βουητό του νερού να σχηματίζει ορμητικούς ήχους κάτω από τα πόδια μου. Δίπλα, ο παλιός νερόμυλος και οι μεγάλες βελανιδιές συμπλήρωναν την εικόνα μιας άλλης εποχής. Σαν να μπορούσες ακόμη να φανταστείς τη Νονούλω να περνά καθημερινά από το γεφύρι με το γαϊδουράκι της φορτωμένο ξύλα.
Μυστική λίμνη Ζαραβίνα
Αφήνοντας το Δολό και τον ήλιο να αρχίζει να δύει πίσω από τη Νεμέρτσικα, έκανα μια τελευταία — σχεδόν υποχρεωτική — στάση στη μικρή λίμνη Ζαραβίνα. Το τοπίο άλλαξε αμέσως ρυθμό. Ο δρόμος κύλησε ανάμεσα σε χαμηλούς λόφους και δέντρα, ώσπου ξαφνικά, σαν αποκάλυψη, εμφανίστηκε μπροστά μου η λίμνη. Σταμάτησα αυθόρμητα. Το νερό ήταν ακίνητο, βαθύ, σχεδόν σκοτεινό στο κέντρο, και γύρω του απλώνονταν βελανιδιές που καθρεφτίζονταν στην επιφάνεια. Υπήρχε μια σιωπή που δεν ήταν άδεια — ήταν γεμάτη ιστορίες. Εκεί συνάντησα την κυρία Ελένη, μια γυναίκα με καθαρό βλέμμα και εκείνη τη χαρακτηριστική ηπειρώτικη ηρεμία. Καθόταν σε ένα παγκάκι κοιτάζοντας τη λίμνη, σαν να συνομιλούσε μαζί της χρόνια. «Όμορφη δεν είναι;» μου είπε πριν καν προλάβω να μιλήσω. «Σαν να κρύβει κάτι…» της απάντησα. Χαμογέλασε. «Κρύβει πολλά. Είναι βαθιά, πολύ βαθιά. Λένε πως φτάνει πάνω από τριάντα μέτρα. Κανείς δεν ξέρει ακριβώς τι έχει μέσα.»
Μου εξήγησε πως πρόκειται για καρστική λίμνη, με νερά που έρχονται από υπόγειες πηγές — γι’ αυτό και είναι τόσο καθαρά. «Παλιά τη λέγανε και Νιζερό», συνέχισε. «Καθαρά νερά σημαίνει. Και ξέρεις… εδώ έγιναν και πόλεμοι. Το ’40 ήταν όλα γεμάτα στρατό.» Σταμάτησε για λίγο και μετά πρόσθεσε χαμηλόφωνα: «Οι παλιοί έλεγαν πως μέσα στη λίμνη βούλιαξαν ιταλικά τανκς. Μπορεί να ’ναι και θρύλος… αλλά εδώ η ιστορία μπλέκεται με τις ιστορίες των ανθρώπων.» Καθώς περπατούσαμε στην όχθη, μου μίλησε και για κάτι που δεν γνώριζα: ότι από το 1885 η λίμνη ανήκε σε ιδιώτες, μια οικογένεια από τη Βήσσανη, ώσπου μετά από χρόνια δικαστηρίων πέρασε στο Δημόσιο. «Τώρα είναι για όλους», είπε με μια μικρή περηφάνια. Λίγο πιο πέρα μου έδειξε τα δέντρα που πυκνώνουν προς τον ποταμό Γορμό και την τοποθεσία «Αγιοί». «Εκεί υπάρχει μια παλιά σκήτη σε βράχο. Μοναχοί ζούσαν κάποτε. Τόπος ιερός…» Καθίσαμε ξανά κοιτάζοντας το νερό. Ο αέρας ήταν σχεδόν ακίνητος. «Ξέρεις τι είναι η Ζαραβίνα;» με ρώτησε. «Τι;» «Ηρεμία. Όποιος έρθει με ταραχή, φεύγει αλλιώς.» Την πίστεψα. Γιατί εκείνη τη στιγμή ένιωθα κι εγώ πως ο χρόνος είχε επιβραδύνει — σαν η λίμνη να μου χάριζε λίγη από τη δική της σιωπή.
Καθώς ολοκληρώνω το οδοιπορικό μου στο Πωγώνι, συνειδητοποιώ πως αυτός ο τόπος δεν αποκαλύπτεται εύκολα. Δεν είναι για βιαστικούς ταξιδιώτες· είναι για όσους θέλουν να νιώσουν την Ελλάδα στην πιο αυθεντική της μορφή. Τα πέτρινα γεφύρια, οι πλατείες με τα πλατάνια και τις βελανιδιές, οι δασωμένες πλαγιές, τα ξωκλήσια και τα φαράγγια δεν είναι απλώς τοπίο· είναι κομμάτια μιας ιστορίας που συνεχίζει να ζει μέσα στους ανθρώπους. Φεύγοντας από το Πωγώνι δεν παίρνεις μόνο εικόνες. Παίρνεις μνήμη, σιωπή και μια γαλήνη που δύσκολα συναντάς αλλού. Και ίσως, κάποια στιγμή, τον λόγο να επιστρέψεις.
Προτάσεις
info's
Το Στέκι του Καρδάση | Πωγωνιανή
Από εκείνα τα μέρη που δεν τα βρίσκεις — σε βρίσκουν. Το Στέκι του Καρδάση είναι ένα αυθεντικό, ζεστό σημείο συνάντησης στην Πωγωνιανή, όπου η φιλοξενία δεν είναι τυπική, είναι ουσιαστική. Η Χρύσα και ο Βασίλης δίνουν τον τόνο με σπιτικά πιάτα, πλούσιους μεζέδες και καλοψημένα κρεατικά, σε έναν χώρο που το καλοκαίρι ανοίγει κάτω από τον πλάτανο και τον χειμώνα κλείνει γύρω από το τζάκι. Εδώ θα έρθεις για το φαγητό — αλλά θα μείνεις για την αίσθηση. Και πριν φύγεις, μην παραλείψεις έναν ελληνικό καφέ. Τηλ.: 2657 031416