Skip to main content

Βάσω Κατράκη

Από τον «ρημαδότοπο» στο φως

Έτσι περιγράφει ο Σωτήρης Γερμανός τον τόπο της. Ένα μικρό κομμάτι γης μέσα στη λιμνοθάλασσα του Αιτωλικού. Έναν τόπο νερού, αλατιού και ανέμου. Η ίδια γεννήθηκε το 1914 μέσα στο υδάτινο τοπίο της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου και μεγάλωσε σε μια γειτονιά ψαράδων. «Το σπίτι μας ήτανε σχεδόν όλο μέσα στη θάλασσα και στη γειτονιά καθόντανε όλο ψαράδες», θα πει αργότερα. Από εκεί ξεκινά μια πορεία που μόνο εύκολη δεν ήταν.

Έτσι περιγράφει ο Σωτήρης Γερμανός τον τόπο της. Ένα μικρό κομμάτι γης μέσα στη λιμνοθάλασσα του Αιτωλικού. Έναν τόπο νερού, αλατιού και ανέμου. Η ίδια γεννήθηκε το 1914 μέσα στο υδάτινο τοπίο της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου και μεγάλωσε σε μια γειτονιά ψαράδων. «Το σπίτι μας ήτανε σχεδόν όλο μέσα στη θάλασσα και στη γειτονιά καθόντανε όλο ψαράδες», θα πει αργότερα. Από εκεί ξεκινά μια πορεία που μόνο εύκολη δεν ήταν.

 

Πρωτοπόρα. Και γυναίκα. Από το 1938 βγαίνει στους δρόμους με ντουντούκα, διεκδικώντας το αυτονόητο – το δικαίωμα ψήφου για τις γυναίκες. Πριν ακόμη η Ιστορία τη βάλει στην εξορία, είχε ήδη διαλέξει πλευρά. Δεν χάραζε μόνο υλικό.
Χάραζε θέση.

Η Βάσω Κατράκη δεν ήταν «καλλιτέχνις της εποχής της». Ήταν άνθρωπος της σύγκρουσης. Εξορία. Φυλακή. Δικτατορία. Πολυτεχνείο. Δεν τα εικονογραφεί. Τα χαράζει. Και τα χαράζει πάνω σε πέτρα. Όχι σε ξύλο. Όχι μόνο σε χαρτί. Πέτρα. Σκληρό υλικό. Μόνιμο. Ανθεκτικό. Όπως ο τόπος που τη γέννησε.

Ο Σωτήρης Γερμανός μιλά για εκείνη σαν να μιλά για μητέρα. Τον μεγάλωσε η κυρά Βάσω. Η μνήμη της δεν είναι μόνο καλλιτεχνική. Είναι και ανθρώπινη. Ίσως γι’ αυτό το έργο της εξακολουθεί να στέκει με τέτοια δύναμη. Γιατί η Βάσω Κατράκη δεν χάραζε απλώς εικόνες. Χάραζε εμπειρία. Μνήμη. Στάση.

Το 1932 αποφασίζει να σπουδάσει στη Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Ο Σωτήρης Γερμανός θυμάται την ιστορία σαν να μιλά για οικογενειακό μύθο. «Με βάρκα έφυγε από δω για να πάει να σπουδάσει.» Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος του ’40, η Βάσω Κατράκη ήταν ακόμη φοιτήτρια στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών.

 

Από την αρχή η διαδρομή της ήταν μια μορφή ρήξης. Στην Αθήνα μαθαίνει τη χαρακτική. Ξυλογραφία. Χαλκός. Όμως σύντομα νιώθει ότι τα υλικά αυτά δεν φτάνουν για να εκφράσουν όσα θέλει να πει. Ψάχνει κάτι πιο ανθεκτικό. Κάτι που να μπορεί να αντέξει το βάρος της εμπειρίας. Και τότε βρίσκει την πέτρα. Τον ψαμμίτη. Ένα υλικό τραχύ, δύσκολο, σχεδόν απείθαρχο. Η πέτρα δεν συγχωρεί λάθη. Δεν διορθώνεται εύκολα. Δεν χαρίζεται. «Η επιλογή της δεν ήταν μόνο αισθητική. Ήταν πείσμα», αφηγείται ο Σωτήρης Γερμανός. «Η πέτρα έπρεπε να βρεθεί. Να μεταφερθεί. Να δουλευτεί με κόπο». Καλέμια γλυπτών. Μαντρακάδες. Βαθιές εγκοπές. Η χαρακτική της αποκτά σχεδόν γλυπτική διάσταση.

«Το σπίτι μας ήτανε σχεδόν όλο μέσα στη θάλασσα και στη γειτονιά καθόντανε όλο ψαράδες»

«Με βάρκα έφυγε από δω για να πάει να σπουδάσει.» Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος του ’40, η Βάσω Κατράκη ήταν ακόμη φοιτήτρια στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών.

 

Οι μήτρες της — οι ίδιες οι πέτρες — στέκονται μπροστά σου σαν αυτόνομα έργα. Δεν είναι απλώς ένα ενδιάμεσο στάδιο πριν το χαρτί. Στέκεσαι μπροστά τους και βλέπεις τη διαδικασία. Τη δύναμη της χάραξης.

 

Τα χαρακτικά της έχουν συχνά μεγάλες διαστάσεις — κάτι εξαιρετικά σπάνιο για τη χαρακτική. Κι όμως η λεπτομέρεια παραμένει συγκλονιστική. Σκιές, τονικές μεταβάσεις, σχεδόν ζωγραφική αφή. Κι όμως είναι χάραξη πάνω σε πέτρα. Η ένταση αυτής της ύλης — η δύναμη αλλά και η λεπτότητα της γραμμής — εντυπωσίασε βαθιά τους κριτικούς της εποχής. Δεν είχαν ξαναδεί τέτοια κλίμακα. Ούτε τέτοια δύναμη γραμμής. Πολλοί μίλησαν για μια εντελώς νέα γλώσσα στη χαρακτική. Οι μορφές της είναι λιτές, επιμήκεις, σχεδόν αρχαϊκές. Σώματα που θυμίζουν αρχέγονα ειδώλια και κουβαλούν τη μνήμη του 20ού αιώνα. Δεν είναι πορτρέτα αλλά σύμβολα μιας συλλογικής εμπειρίας.

 

Η διεθνής κριτική συνέδεσε συχνά αυτό το έργο με τη μυθολογία. Αντιγόνη. Ίκαρος. Μινωικά είδωλα. Όμως ταυτόχρονα οι μορφές της μιλούν για τον 20ό αιώνα. Για τη βία του. Για τις πληγές του. Το έργο της γίνεται μια μορφή μαρτυρίας. Μια εικαστική τοιχογραφία που διατρέχει ολόκληρο τον ταραγμένο αιώνα: από τη δικτατορία του Μεταξά και την Κατοχή, μέχρι τον Εμφύλιο, τις εξορίες και τη χούντα. Περνούν οι σκιές του Άουσβιτς, του Νταχάου, της Μακρονήσου, της Γυάρου, της Καισαριανής, των Καλαβρύτων και του Διστόμου. Στρέφονται και προς άλλες πληγές του κόσμου. Ανάμεσά τους και η Παλαιστίνη. Όχι ως πολιτικό σύνθημα. Αλλά ως ανθρώπινη τραγωδία.

 

Η πολιτική της στάση είχε κόστος. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας εξορίζεται στη Γυάρο. Κι όμως ακόμη κι εκεί συνεχίζει να χαράζει. Όχι πια σε μεγάλες πέτρες. Σε ό,τι βρίσκει στο χώμα. Βότσαλα. Όχι ως ενθύμιο. Ως υλικό μνήμης. Τα έστελνε στην οικογένειά της σαν μικρά γράμματα. Σαν σημάδια ότι υπάρχει ακόμη. Σαν άλλες λέξεις. Όχι ειπωμένες. Χαραγμένες. Και η αίσθηση ότι αυτό δεν σβήνεται. Όχι γιατί είναι «μεγάλη τέχνη». Αλλά γιατί η πέτρα δεν επιτρέπει πρόχειρη διόρθωση. Ό,τι χαράσσεται, μένει.

Η διεθνής αναγνώριση έρχεται νωρίς. Το 1958 βραβεύεται στη Μεσογειακή Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας και στη Διεθνή Μπιενάλε Χαρακτικής του Λουγκάνο. Το 1966 τιμάται με διεθνές βραβείο χαρακτικής στη Μπιενάλε της Βενετίας. Το 1976 διακρίνεται στην Intergrafik της Λειψίας. Τέσσερις μεγάλες διεθνείς διακρίσεις — κάτι εξαιρετικά σπάνιο για έναν χαράκτη. Και όμως το έργο της παραμένει αυστηρό. Σιωπηλό. Συγκεντρωμένο στη μορφή. Σαν να γνωρίζει ότι η πέτρα δεν σηκώνει περιττές κινήσεις.

 

Οι μήτρες της — οι ίδιες οι πέτρες — στέκονται μπροστά σου σαν αυτόνομα έργα. Δεν είναι απλώς ένα ενδιάμεσο στάδιο πριν το χαρτί. Στέκεσαι μπροστά τους και βλέπεις τη διαδικασία. Τη δύναμη της χάραξης.

Το τελευταίο της έργο μοιάζει σχεδόν προφητικό. Μια γυναικεία φιγούρα αγκαλιάζει ένα σώμα. Σαν να το κρατά. Σαν να το αποχαιρετά. Σαν να το σκεπάζει. «Πάρε με… μόνο μη με ταλαιπωρείς», έλεγε στα τελευταία της χρόνια, θυμάται ο Σωτήρης Γερμανός. Η Βάσω Κατράκη πέθανε από καρκίνο του πνεύμονα. Δεν είχε καπνίσει ποτέ. Για δεκαετίες όμως δούλευε μέσα σε σκόνη πέτρας και υλικών που περιείχαν αμίαντο. Τη θυμάται μέσα σε ένα σχεδόν μόνιμο νέφος. Η πέτρα της έδωσε τη γλώσσα της τέχνης της. Αλλά της πήρε κάτι από την ανάσα.

Στην τέχνη της Κατράκη ο άνθρωπος γίνεται φορέας μνήμης. Η φιγούρα μοιάζει να στέκεται απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από την ίδια — τη μοίρα, την ιστορία, τον χρόνο. Δεν απεικονίζεται ως πρόσωπο αλλά ως ύπαρξη που δοκιμάζεται. Ως σώμα που κουβαλά την ιστορία πάνω του.

 

Η χαρακτική της Κατράκη ξεπερνά τα γεωγραφικά όρια. Μιλά για εξορία. Αντίσταση. Μητρότητα. Θάνατο. Αλλά και για την ανάγκη του ανθρώπου για ελευθερία. Για τη στιγμή που σηκώνει ανάστημα. Οι φιγούρες της μοιάζουν συχνά να στέκονται όρθιες απέναντι στη βία, την αδικία, το παράλογο του κόσμου. Σιωπηλές. Αλλά ανυποχώρητες. Έννοιες που δεν ανήκουν σε έναν τόπο αλλά σε όλους. Ίσως γι’ αυτό το έργο της παραμένει τόσο ζωντανό.

 

Γιατί η Βάσω Κατράκη δεν χάραζε απλώς εικόνες. Χάραζε μνήμη. Μια γυναίκα από το Αιτωλικό. Καλλιτέχνις. Μητέρα. Εξόριστη για τις ιδέες της. Κι όμως κατάφερε να χαράξει πάνω στην πέτρα τη μνήμη ενός ολόκληρου αιώνα. «Όλα τα δεινά της πατρίδας μου πέρασαν από της δικής μου γενιάς τις πλάτες», θα πει αργότερα.

 

Γι’ αυτό και τα έργα της συγκλόνισαν τόσο βαθιά όσους τα είδαν. Δεν ήταν μόνο αισθητική πρόταση. Ήταν δύναμη. Ήταν κουράγιο. Ήταν μια υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος μπορεί να σταθεί όρθιος ακόμη και μέσα στις πιο σκοτεινές εποχές. Και ίσως γι’ αυτό εξακολουθούν να μας αγγίζουν τόσο. Γιατί ο κόσμος συνεχίζει να δοκιμάζει τον άνθρωπο. Και γιατί κάτι από το παράλογο του κόσμου παραμένει.

 

Η Βάσω Κατράκη έδειξε πως το πανανθρώπινο μπορεί να γεννηθεί ακόμη και στις άκρες μιας λιμνοθάλασσας. Και κάπως έτσι όλα μοιάζουν να επιστρέφουν εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν. Στο Αιτωλικό. Στον τόπο του νερού, του αλατιού και του ανέμου. Στον «ρημαδότοπο» που έγινε φως.

 

 

Προτάσεις

info's

Πληροφορίες για το Κέντρο Χαρακτικών Τεχνών – Μουσείο Βάσως Κατράκη στο Αιτωλικό:

https://spyros-katrakis.gr/visit-us/

 

Θα το βρείτε στο

τεύχος 148