Skip to main content

Ελάχιστο καλοκαίρι

Αντί Επάθλου 150

Αύγουστος στην Αθήνα. Πρώτη φορά μετά τη χρονιά του κορωνοϊού. Άδεια η πόλη — όχι ίσως όσο παλιά. Χωρίς καράβια, χωρίς απόμακρες ακτές, χωρίς αλμύρα και ούζο και θαλασσινό αεράκι. Μα και μακριά από τον πανικό, τις ουρές, τις πλαζ κι εκείνο το «έχετε κάνει κράτηση;» που με τρελαίνει. Παρέα με τον ερκοντίσιον και τις ειδήσεις για τα πύρινα μέτωπα που άνοιγαν το ένα μετά το άλλο. Έτσι θα είναι πια τα καλοκαίρια μας; Δεν ξέρω αν μικραίνουν στ’ αλήθεια ή αν έτσι μοιάζουν όσο μεγαλώνουμε. Ξέρω μόνο πως, πριν καλά καλά προλάβω να το καταλάβω, είχε τελειώσει.

Κι ύστερα ήρθε ο Σεπτέμβρης. Η πρώτη νύχτα χωρίς κλιματισμό. Ένα βράδυ στη βεράντα, χωρίς τον αδυσώπητο καύσωνα της πόλης, κι εκείνη την ανεπαίσθητη δροσούλα να σου ξυπνά το κορμί. Οι γειτονιές γέμισαν βόλτες, τα μπαλκόνια της Αθήνας απέκτησαν ξανά ζωή. Περίμενα και τη βροχή. Τη θάλασσα που στερήθηκα αυτό το καλοκαίρι. Να ντύσει το φθινοπωρινό ηχοτοπίο, να τα πάρει όλα μαζί της σαν ποτάμι. Και επιτέλους ήρθε — σαν μια άλλη θάλασσα, η θάλασσα της πόλης τον χειμώνα.

Ευλογημένο το νερό. Ανοίγει δρόμους, ενώνει τόπους, δημιουργεί κόσμους και κινεί τη ζωή των ανθρώπων. Σ’ αυτό το τεύχος το αναζητάμε στις βάθρες και τους καταρράκτες της Κλίφκης, στους άγνωστους καταρράκτες του Μοκιστιάνου, στο δάσος της Σκιρίτιδας, όπου σε ακολουθεί σχεδόν παντού, και στο Αμφιάρειο — το αρχαίο θεραπευτήριο του Ωρωπού. Και να που, από μια παράξενη συγκυρία, η θεραπεία βρέθηκε ξανά στην επικαιρότητα. Όχι ακριβώς όπως την αναζητούσαν οι αρχαίοι, δίπλα στα νερά μιας ιερής πηγής — μα όχι και τόσο μακριά, τελικά. Η ανάγκη για γιατρειά, άλλωστε, δεν έσβησε ποτέ.

Στα αρχαία εκείνα χρόνια η θεραπεία ήταν ολόκληρο τελετουργικό. Ο άνθρωπος απομακρυνόταν από την καθημερινότητά του και περνούσε χρόνο σ’ έναν τόπο με νερό, λουτρά, φύση, θέατρο και χώρους διαμονής. Είχε χρόνο να σταματήσει, να κοιμηθεί, να ονειρευτεί — και, κυρίως, να νιώσει πως κάποιος ασχολείται μαζί του. Η φύση, η παύση, η προσδοκία, η ανθρώπινη παρουσία και η φροντίδα αποτελούσαν μέρος της θεραπείας.

Από τότε άλλαξαν σχεδόν όλα. Από τη φύση έχουμε απομακρυνθεί εδώ και καιρό. Και η φροντίδα, που κάποτε ήταν μοιρασμένη ανάμεσα στη γειτονιά, την αυλή, το καφενείο, την οικογένεια, την κοινότητα, μετακινήθηκε σταδιακά από το δημόσιο στο ιδιωτικό. Όχι ότι οι παλιές κοινωνίες ήταν παράδεισος — κάθε άλλο. Υπήρχαν όμως περισσότεροι τόποι όπου κάποιος μπορούσε να ανήκει, να συναντήσει άλλους, να μοιραστεί τη δυσκολία του. Χωρίς να χρειάζεται να κλείσει προηγουμένως ραντεβού και να πληρώσει για μία ώρα ακρόασης.

 

 

«Κινούμαστε στις λεωφόρους της μνήμης, στα ίδια παλιά σκαλιά που έχουν λειανθεί από εκατοντάδες πόδια, 50 έρωτες, 20 χρόνια. Και μας έχει παραχωρηθεί ένα ελάχιστο καλοκαίρι, και ύστερα νά πάλι ο χειμώνας». — Μπουκόφσκι

Ζούμε σε μια εποχή όπου η μοναξιά και η κατάθλιψη αυξάνονται, οι ανθρώπινες σχέσεις περνούν κρίση και οι οικονομικές δυσκολίες μάς έχουν γονατίσει. Η ζωή μοιάζει όλο και περισσότερο με επιβίωση και η οδύνη αντιμετωπίζεται συχνά ως ατομικό πρόβλημα: πρέπει να γίνεις καλύτερος, πιο λειτουργικός, πιο θετικός, πιο παραγωγικός. Κι όταν αρρωστήσεις, το τελευταίο που θέλεις είναι να καταλήξεις ένα ακόμη ΑΜΚΑ στο ΕΣΥ. Όχι επειδή οι γιατροί και οι νοσηλευτές δεν νοιάζονται, αλλά επειδή ένα εξαντλημένο σύστημα συχνά δεν τους αφήνει ούτε τον χρόνο ούτε τον χώρο να φροντίσουν.

Οι άνθρωποι δεν είναι αφελείς ούτε αναζητούν θαύματα στους νεοσαμάνους της κακιάς ώρας. Αναζητούν κάποιον να τους ακούσει, να τους κοιτάξει στα μάτια, να ενδιαφερθεί πραγματικά. Κι αυτό δεν είναι εναλλακτική θεραπεία· θα έπρεπε να είναι αυτονόητο μέρος της φροντίδας. Γιατί όταν η επιστήμη αφήνει απέξω τον άνθρωπο, το κενό δεν μένει άδειο. Εκεί βρίσκουν χώρο κάθε λογής γκουρού και έμποροι σωτηρίας, προσφέροντας χρόνο, προσοχή και μια υπόσχεση — πραγματικές ανθρώπινες ανάγκες, ντυμένες με αόρατες ενέργειες και κβαντικές αρλούμπες.

Ο άνθρωπος χρειάζεται να αντιμετωπίζεται ως ενιαίο σύνολο: σώμα και νους, σχέσεις, περιβάλλον, τρόπος ζωής, φόβοι και ανάγκες. Ίσως αυτό να είναι ένα από τα μεγάλα κενά του σημερινού συστήματος υγείας: η τάση να απομονώνει το σύμπτωμα από όλα όσα το περιβάλλουν. Κι ένας άνθρωπος δεν χωράει ολόκληρος σε μια συνταγή.

Η επαφή με τη φύση, την τέχνη, την κοινότητα, το ταξίδι, ακόμη και με τη μνήμη — την αρχαιότητα, όσα προηγήθηκαν από εμάς — έχει κι αυτή τη θέση της στη φροντίδα. Ίσως αυτή να είναι η πιο απλή μορφή ολιστικής φροντίδας — και, ευτυχώς, δεν χρειάζεται πάντα να κοστίζει μια περιουσία. Αρκεί καμιά φορά να βγεις έξω, να περπατήσεις, να πάρεις μια βαθιά ανάσα, να κοιμηθείς κάτω από ένα δέντρο ή πλάι στο ποτάμι, να θυμηθείς ότι υπάρχει ένας κόσμος μεγαλύτερος από αυτό που σε βαραίνει. Τίποτε από αυτά δεν θεραπεύει τα πάντα ούτε αντικαθιστά την ιατρική ή την ψυχοθεραπεία. Όλα όμως μπορούν να γίνουν τόποι φροντίδας· να μας βγάλουν για λίγο από την απομόνωση, να μας συνδέσουν με τους άλλους, να μας θυμίσουν πως δεν υπάρχουμε μόνοι.

Από το μακρινό Αραράτ μέχρι το πρώτο λάδι της χρονιάς, αναζητούμε τον άνθρωπο και το τοπίο του. Τη φύση και τη μνήμη, το ταξίδι και την περιπέτεια, τις ιστορίες που μας συνδέουν. Ίσως κι αυτό να είναι ένα κομμάτι της θεραπείας και, τελικά, του ευ ζην: να βγαίνεις από την ακινησία, να ξαναβρίσκεις τον εαυτό σου, τους άλλους, τον κόσμο γύρω σου. Να συνεχίζεις να κινείσαι.

 

Σαν το νερό, που πάντα βρίσκει τον δρόμο του.

Προτάσεις