Skip to main content

Οι δρόμοι κλείνουν∙ οι διαδρομές μένουν

Φέτος τα Χριστούγεννα δεν έρχονται ντυμένα κόκκινα.

Έρχονται όπως είναι ο κόσμος:

σπασμένος, θορυβώδης, με τα νεύρα του τεντωμένα σαν

λαμπάκια που τρεμοπαίζουν πριν καούν.

Κι όμως — μέσα στο χάος, κάτι μένει.

Όχι το παραμύθι∙ αυτό το φάγαμε οι μεγάλοι πρώτοι.

Μένει εκείνη η μικρή, πεισματάρα σπίθα

που ανάβει κάθε φορά που συναντάς έναν άνθρωπο

που δεν έχει κουράσει την ψυχή του.

Μένει το τραπέζι που στρώνεται έστω και για δύο.

Μένει το περπάτημα στο κρύο,

που σε κάνει να θυμάσαι πως έχεις σώμα.

Μένει η σκέψη πως, όσο κι αν όλα μοιάζουν μαύρα,

κάπου μια πόρτα ανοίγει — έστω μισή —

και περνάει φως.

Δεν ψάχνουμε θαύματα φέτος.

Ψάχνουμε απλώς χώρο.

Έναν τόπο μέσα μας που να χωράει

και τον θυμό και την αγάπη,

και την κούραση και την ελπίδα.

Και μια υπόσχεση:

να σταθούμε λίγο πιο ανθρώπινοι,

λίγο πιο γενναίοι,

λίγο πιο αληθινοί.

Αυτά είναι τα δικά μας Χριστούγεννα.

Όχι λαμπερά.

Αλλά ζωντανά.

Και κάπως έτσι πορευόμαστε και στο τεύχος αυτό:

με μικρές διαδρομές που ανοίγουν την καρδιά

όταν ο κόσμος γύρω μας στενεύει.

Στο Βέρμιο, η ομίχλη ανεβαίνει μέσα από τα δάση

σαν ανάσα που ψάχνει σώμα να κουρνιάσει.

Στις Πηγές της Ηπείρου, το νερό ξέρει τον δρόμο

πριν από εμάς.

Στην Ευρωστίνη, οι πλαγιές κρατούν τον ρυθμό,

ακόμη κι όταν εμείς τον χάνουμε.

Στην Καρυά, άνθρωποι τρέχουν

για να θυμηθούν τον ρυθμό της καρδιάς —

κι ανάμεσά τους μια γυναίκα που δεν βλέπει,

μα διασχίζει το βουνό σαν να το κουβαλά μέσα της.

Κι ύστερα, στο Αραχναίο,

το μονοπάτι ανοίγει σαν μικρή αποκάλυψη.

Και κάπου εκεί, σ’ ένα βάζο έλατο–βανίλια,

κρύβεται η σιωπηλή ικανότητα της φύσης

να βρίσκει ρυθμό μέσα στο χάος μας.

Ένα δέντρο που δάκρυσε όταν έπρεπε,

μια κυψέλη που λευκάθηκε σαν ανάσα

που επέστρεψε στη θέση της,

κι ένας μελισσοκόμος που είδε, για μια στιγμή,

ότι ο κόσμος μπορεί ακόμη να λειτουργεί —

αρκεί να τον αφήσουμε.

Κι αν κάτι μάς θυμίζει ότι η ζωή επιμένει,

είναι και εκείνα τα παλιά ποδήλατα

που ξαναζωντανεύουν στα χέρια ανθρώπων

που αγαπούν τη μνήμη.

Τροχοί που είχαν κουραστεί,

τώρα γυρίζουν ξανά∙

κι αυτό κάτι λέει για όλους μας.

Κάθε χρόνο τάζουμε στον εαυτό μας

την ίδια υπόσχεση — new year, new me —

λες και αλλάζει ο κόσμος

με το γύρισμα ενός ημερολογίου.

Αλλά στο τέλος;

Στο τέλος αλλάζει μόνο

ό,τι τολμάμε να κοιτάξουμε κατάματα.

Κι αν κάτι μάς κρατάει όρθιους,

είναι αυτή η χώρα που — μέσα στο μπάχαλο —

ακόμη αναζητά ζωή,

σαν να ψάχνει κι αυτή

μια χαραμάδα να ανασάνει.

Οι δρόμοι είναι κλειστοί,

μα η διαδρομή υπάρχει ακόμη μέσα μας —

για όσους τολμούν να τη διασχίσουν.

Προτάσεις