Αρμενία
Η χώρα που κοιτάζει το Αραράτ
Υπάρχουν τόποι που τους γνωρίζουμε πριν ακόμη τους επισκεφθούμε. Από αφηγήσεις ανθρώπων που έφυγαν, από οικογενειακές ιστορίες, από ονόματα πόλεων και χωριών που επιβίωσαν ενώ άλλαξαν τα σύνορα, από εικόνες που πέρασαν από γενιά σε γενιά. Για τους δύο ανθρώπους που υπογράφουν αυτές τις σελίδες, η Αρμενία ήταν ένας τέτοιος τόπος. Για τον Γκάρο Αγαμπατιάν, ο δεσμός περνά μέσα από την αρμενική καταγωγή του παππού του. Για τον Παναγιώτη Καλημέρη, μέσα από τις διηγήσεις μιας Πόντιας γιαγιάς με καταγωγή από την ευρύτερη περιοχή του Καρς. Δύο διαφορετικές οικογενειακές διαδρομές που έκαναν το ταξίδι να ξεκινήσει, κατά κάποιον τρόπο, πολύ πριν από την άφιξη στην Αρμενία.
Ίσως όμως αυτό να ισχύει, με διαφορετικό τρόπο, για πολλούς επισκέπτες της Αρμενίας. Γιατί η χώρα μοιάζει να υπάρχει ταυτόχρονα σε δύο γεωγραφίες: στη σημερινή πραγματικότητα του Νοτίου Καυκάσου και σε έναν πολύ ευρύτερο χάρτη μνήμης.
Το καταλαβαίνεις ίσως καλύτερα κοιτάζοντας το Αραράτ. Το βουνό που αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα σύμβολα της αρμενικής ταυτότητας βρίσκεται σήμερα στην Τουρκία. Κι όμως, όταν ο καιρός το επιτρέπει, η χιονισμένη κορυφή του εμφανίζεται στον ορίζοντα του Ερεβάν, τόσο επιβλητική ώστε μοιάζει να ανήκει στην πόλη. Βρίσκεται ακόμη και στο εθνόσημο της χώρας. Είναι εκεί και δεν είναι. Κοντά και απρόσιτο μαζί. Μια εικόνα που συνοψίζει παράξενα καλά μια χώρα της οποίας η ιστορία είναι γεμάτη μετακινήσεις, απώλειες και επανεκκινήσεις.
Μια πόλη από πέτρα
Το Ερεβάν δεν προσπαθεί να κρύψει τις αντιφάσεις του. Μεγάλοι άξονες και μνημειακά κτίρια θυμίζουν τη σοβιετική περίοδο, ενώ ανάμεσά τους απλώνεται μια σύγχρονη πρωτεύουσα με καφέ, εστιατόρια, εμπορικούς δρόμους και έντονη βραδινή ζωή.
Εκείνο όμως που της δίνει την ιδιαίτερη όψη της είναι η πέτρα. Ο ηφαιστειακός τόφος, που χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα στην οικοδόμηση της πόλης, περνά από γκρίζους και καφεκόκκινους σε ρόδινους τόνους και αλλάζει απόχρωση μαζί με το φως. Είναι ένα υλικό γεννημένο από την ίδια γεωλογία που έχει διαμορφώσει ολόκληρη τη χώρα.
Στην καρδιά του Ερεβάν, η Πλατεία Δημοκρατίας λειτουργεί σαν φυσικό σημείο αναφοράς. Από εκεί, η Βόρεια Λεωφόρος, ένας από τους σύγχρονους εμπορικούς άξονες της πόλης, δίνει μια διαφορετική εικόνα από τα μνημειακά κτίρια και τα σοβιετικά ίχνη που συναντά κανείς αλλού. Λίγο πιο πέρα, όμως, η πόλη γίνεται περισσότερο καθημερινή. Στο υπαίθριο Vernissage, πάγκοι με χειροτεχνήματα, κοσμήματα, ξυλόγλυπτα, υφαντά και παλιά αντικείμενα συνυπάρχουν με εκείνο το ανακάτεμα μικρού θησαυρού και τουριστικού σουβενίρ που χαρακτηρίζει τις μεγάλες αγορές. Είναι ένας καλός τόπος για να χαθεί κανείς χωρίς πρόγραμμα.
Και ύστερα υπάρχει το Matenadaran. Στο Ινστιτούτο Αρχαίων Χειρογράφων φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές αρμενικών χειρογράφων, υπενθυμίζοντας ότι για έναν λαό που έζησε επί αιώνες ανάμεσα σε αυτοκρατορίες και μετακινήσεις, η γλώσσα υπήρξε ένας από τους ανθεκτικότερους τόπους του. Στην είσοδο δεσπόζει η μορφή του Μεσρόπ Μαστότς, στον οποίο αποδίδεται η δημιουργία του αρμενικού αλφαβήτου στις αρχές του 5ου αιώνα.
Η πολιτιστική πλευρά της πόλης δεν εξαντλείται, βέβαια, στα χειρόγραφα. Στο Ερεβάν βρίσκονται ακόμη το μουσείο του Σεργκέι Παρατζάνοφ, μιας από τις ιδιαίτερες μορφές του σοβιετικού κινηματογράφου, και εκείνο του ζωγράφου Μαρτυρός Σαριάν. Στην Εθνική Πινακοθήκη, στην Πλατεία Δημοκρατίας, εκτίθενται επίσης έργα του Οβαννές Αϊβαζόφσκι, γνωστού κυρίως για τις θαλασσογραφίες του. Τρεις πολύ διαφορετικές καλλιτεχνικές διαδρομές που συμπληρώνουν την εικόνα μιας πόλης με πολιτιστική ζωή πολύ ευρύτερη από τα ιστορικά της μνημεία.
Το Ερεβάν είναι ταυτόχρονα και μια πόλη που αλλάζει. Η απόσταση ανάμεσα στο σοβιετικό παρελθόν και τη σημερινή αστική εικόνα είναι ορατή σχεδόν στον ίδιο δρόμο. Και πίσω από αυτή την αλλαγή βρίσκεται μια χώρα που τα τελευταία χρόνια αναζητά νέες πολιτικές και οικονομικές ισορροπίες. Οι σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν ενισχυθεί, ενώ παράλληλα η Αρμενία βρίσκεται σε μια δύσκολη διαδικασία επαναπροσδιορισμού των σχέσεών της με τη Ρωσία και τους γείτονές της. Η μονογράφηση συμφωνίας ειρήνης με το Αζερμπαϊτζάν το 2025 άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο σε μια σύγκρουση δεκαετιών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι πληγές της έχουν εξαφανιστεί.
Η μνήμη δεν είναι παρελθόν
Στον λόφο Τσιτσερνακαμπέρντ, η πόλη αλλάζει τόνο. Το μνημειακό συγκρότημα για τα θύματα της Γενοκτονίας των Αρμενίων είναι από εκείνα τα σημεία όπου η Ιστορία παύει να λειτουργεί ως εισαγωγικό κεφάλαιο ενός ταξιδιωτικού οδηγού. Εδώ είναι οικογενειακή και συλλογική μνήμη, μέρος της σχέσης των Αρμενίων με τη διασπορά και με τόπους που βρίσκονται σήμερα έξω από τα σύνορα της χώρας.
Και η ιστορία του εκτοπισμού δεν ανήκει μόνο στο μακρινό παρελθόν. Τον Σεπτέμβριο του 2023 περισσότεροι από 100.000 Αρμένιοι εγκατέλειψαν το Ναγκόρνο-Καραμπάχ και πέρασαν στην Αρμενία μέσα σε λίγες ημέρες. Η άφιξή τους δημιούργησε μια νέα κοινωνική και ανθρωπιστική πραγματικότητα για μια χώρα με πληθυσμό μικρότερο των τριών εκατομμυρίων. Ίσως γι' αυτό εδώ η μνήμη δεν μοιάζει ποτέ εντελώς ακίνητη. Συνοδεύει το παρόν.
Στο Γκεγάρντ η πέτρα παύει να είναι απλώς οικοδομικό υλικό… η διάκριση ανάμεσα στο κτίσμα και το βουνό σχεδόν καταργείται.
Οι πόλεις χάνονται, τα δέντρα λιγοστεύουν και η χώρα γίνεται κυρίως έδαφος, απόσταση και βουνό.
Έξω από την πρωτεύουσα
Αρκεί να αφήσεις πίσω το Ερεβάν για να αλλάξει σχεδόν αμέσως η κλίμακα. Οι μεγάλοι αστικοί άξονες υποχωρούν, το τοπίο ανοίγει και η Αρμενία αποκαλύπτει την ορεινή της φύση.
Περίπου 30 χιλιόμετρα ανατολικά της πρωτεύουσας, το Γκαρνί φέρνει μια πρώτη ανατροπή. Ανάμεσα στα μνημεία μιας χώρας που έχει ταυτιστεί τόσο στενά με τον χριστιανισμό, υψώνεται ένας ελληνορωμαϊκού τύπου ναός του 1ου αιώνα, πάνω από τη χαράδρα του ποταμού Αζάτ.
Λίγο μακρύτερα, στο Γκεγάρντ, η πέτρα παύει να είναι απλώς οικοδομικό υλικό. Γίνεται η ίδια αρχιτεκτονική. Το μοναστηριακό συγκρότημα βρίσκεται ανάμεσα στους απότομους βράχους της κοιλάδας και τμήμα των εκκλησιών και των τάφων του έχει λαξευτεί απευθείας στον ζωντανό βράχο. Εδώ η διάκριση ανάμεσα στο κτίσμα και το βουνό σχεδόν καταργείται. Οι χώροι μοιάζουν περισσότερο να αφαιρέθηκαν από την πέτρα παρά να οικοδομήθηκαν πάνω της. Και αυτή η σχέση επαναλαμβάνεται σε ολόκληρη τη χώρα.
Πίστη χαραγμένη στο τοπίο
Η Αρμενία συνδέει την εθνική της ιστορία στενά με την υιοθέτηση του χριστιανισμού ως κρατικής θρησκείας στις αρχές του 4ου αιώνα. Η επιλογή αυτή άφησε στο τοπίο ένα πυκνό δίκτυο εκκλησιών και μοναστηριών, συχνά χτισμένων σε θέσεις που μοιάζουν να επιλέχθηκαν όχι για την ευκολία αλλά ακριβώς για το αντίθετο. Το Χορ Βιράπ είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό. Η παράδοση το συνδέει με τη φυλάκιση του Γρηγορίου του Φωτιστή πριν από τον εκχριστιανισμό της χώρας. Όμως ακόμη και για όποιον δεν γνωρίζει τίποτε από αυτή την ιστορία, υπάρχει ένας λόγος που η εικόνα μένει: πίσω από το μοναστήρι, πέρα από τα σύνορα, σηκώνεται το Αραράτ.
Στο Ετσμιατζίν βρίσκεται η πνευματική έδρα της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας, ενώ νοτιότερα το Νοραβάνκ εμφανίζεται στο βάθος μιας στενής χαράδρας με κοκκινωπούς βράχους. Ακόμη πιο μακριά, κοντά στο Γκορίς, το παλιό Χντζορέσκ διατηρεί τα ίχνη ενός οικισμού όπου σπηλιές και χώροι λαξευμένοι στον μαλακό βράχο χρησιμοποιήθηκαν επί αιώνες ως κατοικίες. Το ταξίδι αρχίζει έτσι να αποκτά έναν επαναλαμβανόμενο ρυθμό: βουνό, πέτρα, άνθρωπος. Και πάλι από την αρχή.
Μια θάλασσα στα βουνά
Κι έπειτα υπάρχει η Σεβάν. Σε υψόμετρο περίπου 1.900 μέτρων, η μεγάλη λίμνη ανοίγει ξαφνικά μέσα στο ορεινό τοπίο σαν εσωτερική θάλασσα. Είναι ένας από τους τόπους όπου η γεωγραφία της Αρμενίας γίνεται περισσότερο αισθητή: μια χώρα χωρίς πρόσβαση στη θάλασσα έχει εδώ τη δική της τεράστια υδάτινη επιφάνεια, περιτριγυρισμένη από βουνά.
Στη χερσόνησο του Σεβάν υψώνεται το μοναστήρι Σεβαναβάνκ. Το νερό, οι γυμνές πλαγιές και οι σκοτεινές πέτρες των εκκλησιών δημιουργούν μία από τις χαρακτηριστικές εικόνες της χώρας, αλλά η λίμνη δεν είναι μόνο τοπίο. Είναι τόπος αναψυχής, ψαρέματος και καθημερινής ζωής, ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες.
Η Αρμενία είναι μικρή στον χάρτη. Στο έδαφος, όμως, δεν δίνει ποτέ την αίσθηση μικρής χώρας.
Η Αρμενία στο τραπέζι
Κάπου ανάμεσα στις διαδρομές, τα μοναστήρια και τις αναβάσεις έρχεται αναπόφευκτα και το τραπέζι. Και εδώ η χώρα γίνεται λιγότερο μνημειακή και περισσότερο οικεία.
Το λαβάς, το λεπτό ψωμί που ψήνεται παραδοσιακά στο τονίρ, βρίσκεται σχεδόν παντού: τυλίγει τυριά, χόρτα ή κρέας, συνοδεύει το φαγητό και αποτελεί πολύ περισσότερα από ένα απλό είδος ψωμιού. Η ίδια η διαδικασία παρασκευής του έχει εγγραφεί από την UNESCO στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, καθώς συνδέεται με οικογενειακές και κοινοτικές πρακτικές που μεταδίδονται από γενιά σε γενιά. Δίπλα του έρχονται τα ντολμά και το χοροβάτς, το αρμένικο μπάρμπεκιου με ψητά κρέατα, λαχανικά και άφθονα μυρωδικά, φαγητό δεμένο περισσότερο με το κοινό τραπέζι και τις οικογενειακές συγκεντρώσεις παρά με κάποια περίπλοκη γαστρονομία.
Στις γεύσεις της χώρας ανήκουν και τα βερίκοκα, φρέσκα ή αποξηραμένα, που συναντώνται συχνά στις αγορές, μαζί με ξηρούς καρπούς και άλλα τοπικά προϊόντα. Και υπάρχει βέβαια το αρμενικό μπράντι. Στο Ερεβάν, η επίσκεψη στο αποστακτήριο του Ararat ήταν μία ακόμη στάση της διαδρομής. Η οργανωμένη παραγωγή του αρμενικού μπράντι ξεκίνησε το 1887 από τον Νερσές Ταϊριάν, με γαλλική τεχνογνωσία και αποστακτήρες τύπου Charente. Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, το ποτό έχει γίνει ένα από τα αναγνωρίσιμα προϊόντα της χώρας.
Όμως εκείνο που μένει περισσότερο από τα ονόματα των πιάτων είναι κάτι απλούστερο: η φιλοξενία. Στις ορεινές διαδρομές, οι συμμετέχοντες της αποστολής θυμούνται τα τραπέζια και την επαφή με τους ανθρώπους της υπαίθρου ως ένα από τα πιο ζωντανά κομμάτια του ταξιδιού.
Πάνω από τα 3.000 μέτρα
Για την αποστολή του ΕΟΣ Αχαρνών, άλλωστε, η Αρμενία δεν τελείωνε στα μνημεία.
Ο πραγματικός στόχος βρισκόταν ψηλότερα. Στα νότια, στην επαρχία Σιουνίκ, το Χουστούπ φτάνει τα 3.206 μέτρα. Απότομο και βραχώδες, με την κορυφή του να κυριαρχεί πάνω από την περιοχή του Καπάν, αποτέλεσε μία από τις αναβάσεις της ομάδας. Ακολούθησε το Αραγκάτς, το ψηλότερο βουνό της σημερινής Αρμενίας, ένα μεγάλο ηφαιστειακό συγκρότημα με τέσσερις κορυφές. Η αποστολή ανέβηκε σε δύο από αυτές: τη Νότια, στα 3.888 μέτρα, και τη Δυτική, στα 3.995 μέτρα.
Οι αναβάσεις έφεραν την ομάδα σε ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο της Αρμενίας. Σε μεγάλα υψόμετρα, η ηφαιστειακή καταγωγή του τόπου γίνεται πια ανάγλυφο: πετρώματα, ορεινά οροπέδια, παλιές λάβες, γυμνές κορυφές. Οι πόλεις χάνονται, τα δέντρα λιγοστεύουν και η χώρα γίνεται κυρίως έδαφος, απόσταση και βουνό.
Και κάπου ανάμεσα στις αναβάσεις, στις ορεινές κατασκηνώσεις και στις μεγάλες αποστάσεις συμβαίνει εκείνο που συχνά μένει περισσότερο από ένα ταξίδι. Η επαφή με τους ανθρώπους. Οι συμμετέχοντες θυμούνται την οργάνωση των Αρμένιων οδηγών, το φαγητό, αλλά κυρίως τη γενναιόδωρη φιλοξενία των ανθρώπων της υπαίθρου. Μακριά από το Ερεβάν, η καθημερινότητα είναι διαφορετική και συχνά πολύ πιο σκληρή. Η απόσταση ανάμεσα στην πρωτεύουσα και την περιφέρεια δεν μετριέται μόνο σε χιλιόμετρα.
Ό,τι μένει
Η Αρμενία είναι μικρή στον χάρτη. Στο έδαφος, όμως, δεν δίνει ποτέ την αίσθηση μικρής χώρας. Ίσως φταίνε τα βουνά. Ίσως οι μεγάλοι ορίζοντες των οροπεδίων. Ίσως η πυκνότητα της Ιστορίας, που κάνει μια διαδρομή λίγων δεκάδων χιλιομέτρων να περνά από έναν αρχαίο ναό σε ένα μεσαιωνικό μοναστήρι, από ένα σοβιετικό οικοδομικό συγκρότημα σε μια σύγχρονη πόλη και από εκεί σε χωριά όπου ο χρόνος φαίνεται να ακολουθεί διαφορετικό ρυθμό.
Κυρίως όμως είναι η αίσθηση ότι τίποτε εδώ δεν υπάρχει εντελώς μόνο στο παρόν.
Οι πέτρες των εκκλησιών κουβαλούν αιώνες λατρείας. Το Ερεβάν κρατά πάνω του τα ίχνη της σοβιετικής περιόδου ενώ αλλάζει. Το Τσιτσερνακαμπέρντ κρατά ζωντανή μια συλλογική μνήμη. Και στον ορίζοντα βρίσκεται πάντα εκείνο το βουνό που ανήκει σήμερα σε μια άλλη χώρα και εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα σύμβολα της Αρμενίας. Το Αραράτ. Ίσως γι' αυτό η Αρμενία είναι ένας από εκείνους τους τόπους που δεν εξαντλούνται εύκολα σε όσα βλέπει κανείς. Γιατί πίσω από το ορατό τοπίο υπάρχει διαρκώς ένα δεύτερο: εκείνο που θυμούνται οι άνθρωποι. Και κάποιες φορές, για να γνωρίσεις έναν τόπο, χρειάζεται να περπατήσεις και στα δύο.
Προτάσεις
info's
Όταν η πέτρα γίνεται μνήμη
Στην Αρμενία η πέτρα δεν χρησιμοποιήθηκε μόνο για να χτίσει εκκλησίες. Έγινε και φορέας μνήμης. Στο αρμενικό τοπίο συναντώνται οι βισάμπς και, κυρίως, τα χατσκάρ, οι χαρακτηριστικές σταυρόπετρες: όρθιες λίθινες στήλες με περίτεχνα λαξευμένο σταυρό, φυτικά και γεωμετρικά μοτίβα. Στήνονταν ως τόποι λατρείας και μνημεία, για να τιμήσουν ανθρώπους και γεγονότα ή να σημαδέψουν έναν τόπο. Καθένα έχει τη δική του σύνθεση· σύμφωνα με την UNESCO, ανάμεσα στα περισσότερα από 50.000 χατσκάρ της Αρμενίας δεν υπάρχουν δύο ακριβώς ίδια. Η τέχνη της δημιουργίας τους μεταδίδεται από τεχνίτη σε μαθητευόμενο και από το 2010 περιλαμβάνεται στην Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της Ανθρωπότητας.
Και μερικές στάσεις ακόμη...
Το ταξίδι στην Αρμενία έχει αρκετές ακόμη διαδρομές πέρα από τα γνωστότερα μνημεία. Το Τζερμούκ ξεχωρίζει για το φυσικό του τοπίο και τα ιαματικά λουτρά, ενώ το Αρενί είναι συνδεδεμένο με την παραγωγή κρασιού και μπράντι. Διαφορετικού χαρακτήρα στάση αποτελεί το Σαρνταραπάτ, με το μνημείο που είναι αφιερωμένο στην καθοριστική μάχη του Μαΐου του 1918. Τρεις διαφορετικές όψεις της χώρας — φύση, παραγωγή και ιστορική μνήμη — που μπορούν να συμπληρώσουν μια διαδρομή πέρα από το Ερεβάν και τα μεγάλα μοναστηριακά συγκροτήματα.