Θέρμο
Ακολουθώντας το νερό
Αυτόν τον κόσμο θέλησα να ακολουθήσω, έχοντας ως αφετηρία το Θέρμο. Χτισμένη ανατολικά της Τριχωνίδας, η μικρή κωμόπολη διατηρεί ακόμη έναν χαρακτήρα που δεν έχει παραδοθεί στην υπερβολή. Πετρόχτιστα σπίτια, μια πλακόστρωτη πλατεία, μεγάλα πλατάνια και τρεχούμενα νερά συνθέτουν το σκηνικό. Η ζωή κινείται σε διαφορετική ταχύτητα και οι δρόμοι που φεύγουν από το Θέρμο προς τα γύρω χωριά μοιάζουν να έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από εκείνους που οδηγούν προς αυτό.
Πριν ακολουθήσω έναν από αυτούς, η ιστορία επιβάλλει μια μικρή καθυστέρηση.
Λίγο έξω από τη σημερινή κωμόπολη βρίσκονται τα κατάλοιπα του αρχαίου Θέρμου, ενός από τα σημαντικότερα πολιτικά και θρησκευτικά κέντρα των Αιτωλών και τόπου στενά συνδεδεμένου με την Αιτωλική Συμπολιτεία. Τα αρχαιολογικά ευρήματα μεταφέρουν την ανθρώπινη παρουσία εδώ πίσω στους προϊστορικούς χρόνους, ενώ στο ιερό ξεχώριζε ο ναός του Θερμίου Απόλλωνα, με δύο κύριες αρχιτεκτονικές φάσεις. Το 218 π.Χ. ο Μακεδόνας βασιλιάς Φίλιππος Ε΄ έφτασε μέχρι εδώ και κατέστρεψε το ιερό. Επανέλαβε την επιδρομή το 206 π.Χ. Οι αιώνες που ακολούθησαν άλλαξαν τον τόπο, όχι όμως τη σημασία του.
Πολύ αργότερα, η ίδια περιοχή θα συνδεόταν με μια εντελώς διαφορετική σελίδα της ελληνικής ιστορίας. Στο Μέγα Δένδρο γεννήθηκε το 1714 ο Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Πατροκοσμάς της λαϊκής παράδοσης. Σήμερα τα θεμέλια του πατρικού του σπιτιού διατηρούνται σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο, ενώ σημαντικό προσκύνημα αποτελεί η μονή του Αγίου Κοσμά. Με το Μέγα Δένδρο συνδέεται επίσης ο Ευγένιος Γιαννούλης ο Αιτωλός, λόγιος μοναχός και συγγραφέας του 17ου αιώνα.
Αρχαιότητα, νεότερη ιστορία και θρησκευτική παράδοση βρίσκονται εδώ σε ασυνήθιστα μικρή απόσταση μεταξύ τους. Εμένα, όμως, αυτή τη φορά με ενδιαφέρουν περισσότερο οι δρόμοι που φεύγουν προς τα βουνά. Και ο πρώτος οδηγεί στον Δρυμώνα.
Ακολουθώντας τη φωνή του ποταμού
Σε περίπου μισή ώρα το τοπίο έχει ήδη αλλάξει χαρακτήρα. Η Τριχωνίδα έχει μείνει πίσω, οι πλαγιές πλησιάζουν και το δάσος αρχίζει να καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο μέρος του ορίζοντα. Μετά τον Δρυμώνα αφήνουμε την άσφαλτο. Ο χωματόδρομος προχωρά βαθύτερα στο βουνό για περίπου δυόμισι χιλιόμετρα, μέχρι το σημείο όπου το όχημα παύει να έχει ρόλο στη συνέχεια της διαδρομής.
Από εδώ περπατάμε. «Τώρα αρχίζει το καλό κομμάτι», μου λέει ο άνθρωπος που μας οδηγεί. Στην αρχή το μονοπάτι δεν προδίδει τι ακολουθεί. Κατηφορίζει σχετικά ομαλά, περνά μέσα από πυκνή βλάστηση και σταδιακά απομακρύνεται από κάθε ίχνος δρόμου. Πλατάνια και έλατα εναλλάσσονται, ενώ σε αρκετά σημεία οι φυλλωσιές κλείνουν τόσο πολύ ώστε το φως φτάνει στο έδαφος κομμένο σε μικρές λωρίδες.
Όσο χαμηλώνουμε, αλλάζει και ο αέρας. Γίνεται πιο δροσερός, πιο υγρός.
Κάπου βαθύτερα βρίσκεται ο Χαλικιώτης. Δεν τον βλέπω ακόμη. Τον ακούω. Στην αρχή ο ήχος μπερδεύεται με τον αέρα μέσα στα φύλλα. Ύστερα αποκτά σταθερότητα και όσο συνεχίζεται η κατάβαση γίνεται πιο καθαρός. Χωρίς να φαίνεται, το ποτάμι έχει ήδη αρχίσει να μας οδηγεί.
Έπειτα από περίπου μία ώρα πεζοπορίας, το μονοπάτι αλλάζει απότομα χαρακτήρα. «Από εδώ θέλει προσοχή», ακούω από μπροστά. Τα τελευταία μέτρα προς την κοίτη έχουν έντονη κλίση. Σε αυτό το σημείο υπάρχουν διαμορφωμένα πατήματα και συρματόσχοινα, απαραίτητα για μια ασφαλέστερη κατάβαση.
Κρατιέμαι με τα δύο χέρια και κατεβαίνω αργά. Δεν είναι μεγάλη απόσταση. Είναι όμως αρκετή για να απαιτήσει απόλυτη συγκέντρωση. «Πρώτα βρίσκεις το επόμενο πάτημα και μετά αφήνεις το προηγούμενο», έρχεται η δεύτερη συμβουλή. Μερικά μέτρα ακόμη και η κλίση υποχωρεί. Σηκώνω το βλέμμα. Το Θεοτικό βρίσκεται μπροστά μου.
Γύρω από το Θέρμο, κάθε δρόμος μοιάζει να καταλήγει εκεί όπου αρχίζει το νερό.
Στον Μοκιστιάνο, το νερό δεν διασχίζει απλώς το τοπίο· το σμιλεύει.
Ένα δάσος με ποτάμι από κάτω
Η πρώτη εντύπωση είναι περισσότερο απορία παρά θαυμασμός. Χρειάζονται μερικά δευτερόλεπτα για να αντιληφθώ τι ακριβώς βλέπω. Ο Χαλικιώτης κατεβαίνει μέσα από το απόκρημνο φαράγγι και φτάνοντας σε έναν τεράστιο φυσικό σχηματισμό δεν τον παρακάμπτει. Μπαίνει μέσα του. Το νερό εξαφανίζεται κάτω από τη γη και εμφανίζεται ξανά χαμηλότερα, συνεχίζοντας την πορεία του. Αν έπρεπε να περιγράψει κανείς το Θεοτικό με τον απλούστερο τρόπο, θα το χαρακτήριζε φυσικό γεφύρι.
Μόνο που αυτή η περιγραφή αφήνει έξω το πιο παράξενο στοιχείο του.
Πάνω από το φυσικό αυτό γεφύρωμα έχει αναπτυχθεί βλάστηση. Μεγάλα πλατάνια έχουν ριζώσει στην επιφάνειά του, μαζί με άλλα δέντρα και φυτά, δημιουργώντας ένα κανονικό κομμάτι δάσους. Κάτω κυλά ο Χαλικιώτης. Πάνω μεγαλώνουν δέντρα. Ανάμεσά τους βρίσκεται ένας σχηματισμός που ο χρόνος και το νερό δούλεψαν αργά, χωρίς βιασύνη.
Εδώ το όνομα «Θεοτικό» αρχίζει να αποκτά νόημα. Η τοπική παράδοση το συνδέει με την πεποίθηση ότι κάτι τόσο παράξενο θα μπορούσε να αποτελεί έργο «θεϊκού χεριού». Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς γεννήθηκε αυτή η ερμηνεία σε παλαιότερες εποχές, όταν οι άνθρωποι προσπαθούσαν να εξηγήσουν ένα τοπίο στο οποίο το ποτάμι κυριολεκτικά εξαφανίζεται.
Υπάρχει όμως και μια λιγότερο θεαματική, ίσως ακόμη πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της ιστορίας του. Το επάνω μέρος του Θεοτικού χρησιμοποιήθηκε κάποτε ως πέρασμα. Από εκεί περνούσε παλιό μονοπάτι που συνέδεε τον Δρυμώνα με τον εγκαταλειμμένο σήμερα οικισμό Κλοποτά. Ένα δημιούργημα της φύσης είχε μετατραπεί, χωρίς καμία ουσιαστική ανθρώπινη παρέμβαση, σε κομμάτι του οδικού δικτύου μιας άλλης εποχής.
Στέκομαι χαμηλά, δίπλα στο νερό. Ο ήλιος δύσκολα φτάνει εδώ. Τα τοιχώματα του φαραγγιού, τα πλατάνια και η πυκνή βλάστηση αφήνουν μεγάλο μέρος του Θεοτικού στη σκιά. Το νερό ακούγεται δυνατότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς από την ποσότητά του, επειδή ο ήχος εγκλωβίζεται και επιστρέφει από τις πέτρινες επιφάνειες. «Αν ξανάρθεις μετά από βροχές, θα νομίζεις ότι ήρθες αλλού», μου λέει ο συνοδός μας. Αυτή είναι η τελευταία κουβέντα που χρειάζεται το μέρος.
Η επιστροφή γίνεται από την ίδια διαδρομή. Πρώτα τα συρματόσχοινα, αυτή τη φορά προς τα πάνω, και έπειτα η παρατεταμένη ανάβαση μέσα στο δάσος. Το Θεοτικό μένει πίσω χωρίς να φαίνεται για πολύ. Μερικά λεπτά αρκούν για να το κρύψει ξανά η βλάστηση. Σαν να έκλεισε η πόρτα πίσω μας.
Μοκιστιάνος – το νερό ακούγεται πρώτο
Κοντά στην Τριχωνίδα οι γραμμές του τοπίου γίνονται πιο ήπιες. Η λίμνη, οι καλλιεργημένες εκτάσεις και οι χαμηλότερες πλαγιές δημιουργούν την εντύπωση ότι η άγρια πλευρά της περιοχής έχει μείνει πίσω. Μόνο που η γεωγραφία εδώ έχει την τάση να κρύβει εκπλήξεις. Ανάμεσα στις πλαγιές ανοίγεται το φαράγγι του Μοκιστιάνου, μήκους περίπου επτά χιλιομέτρων. Το ρέμα ξεκινά από τις Πηγές της Αγίας Σοφίας και ακολουθεί την κατηφορική πορεία του μέχρι την Τριχωνίδα, όπου εκβάλλει κοντά στα Λουτρά Μυρτιάς.
Το μονοπάτι κινείται άλλοτε κοντά στην κοίτη και άλλοτε ψηλότερα, μέσα σε πυκνή βλάστηση. Ο δικός μου στόχος βρίσκεται κάπου στη μέση αυτού του υδάτινου διαδρόμου. Οι Δίδυμοι Καταρράκτες του Μοκιστιάνου. Η κατάβαση διαρκεί περίπου δεκαπέντε λεπτά. Ακούγεται λίγο. Στο βουνό όμως τα λεπτά δεν περιγράφουν πάντα τη διαδρομή. Το έδαφος έχει χαλαρές πέτρες, ρίζες και σημεία όπου η κλίση επιβάλλει προσεκτικά βήματα. Ένα μικρό χαλίκι κάτω από το παπούτσι μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο ύπουλο από έναν μεγάλο βράχο που βλέπεις εγκαίρως.
Προχωρώ αργά. Και τότε επαναλαμβάνεται κάτι που είχε συμβεί και στο Θεοτικό. Το νερό φτάνει πρώτα στ’ αυτιά. Ένα χαμηλό βουητό στην αρχή. Μερικά μέτρα χαμηλότερα γίνεται καθαρότερο. Ώσπου ο ήχος γεμίζει το φαράγγι και λίγο αργότερα αποκτά εικόνα. Ο καταρράκτης εμφανίζεται ανάμεσα στη βλάστηση. Το νερό πέφτει από τον βράχο και καταλήγει σε μια φυσική λεκάνη, περικυκλωμένη από απότομα τοιχώματα και πράσινο. Το φως που καταφέρνει να περάσει μέχρι χαμηλά αλλάζει συνεχώς τις αποχρώσεις του νερού, από βαθύ πράσινο μέχρι γαλαζοπράσινο.Είναι ένα σημείο που μοιάζει πολύ μακρύτερα από τον πολιτισμό απ’ όσο πραγματικά βρίσκεται.
Η μικρή φυσική λίμνη στη βάση του καταρράκτη είναι αναπόφευκτα δελεαστική, ιδιαίτερα το καλοκαίρι. Χρειάζεται όμως μεγάλη προσοχή. Η πτώση του νερού δημιουργεί ισχυρές αναταράξεις, ενώ οι πέτρες γύρω από τη λεκάνη είναι βρεγμένες και εξαιρετικά ολισθηρές. Η εικόνα μπορεί να είναι γαλήνια, η δύναμη που τη δημιουργεί όμως κάθε άλλο παρά τέτοια είναι.
Αυτό ίσως είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του Μοκιστιάνου. Η ομορφιά του προκύπτει από μια διαδικασία βίαιη και αδιάκοπη: νερό που πέφτει, παρασύρει, σκάβει και αλλάζει αργά τον βράχο. Ψηλότερα, στις απόκρημνες πλαγιές, μπορεί κανείς να διακρίνει αρπακτικά πουλιά να κινούνται πάνω από το φαράγγι. Χαμηλά, αντίθετα, ο ορίζοντας σχεδόν εξαφανίζεται. Υπάρχουν μόνο βράχος, δέντρα και νερό. Η ανάβαση διαρκεί περίπου είκοσι λεπτά. Και όταν βρεθώ ξανά ψηλά, ο καταρράκτης εξαφανίζεται. Παραμένει μόνο ο ήχος του για λίγο ακόμη. Ύστερα χάνεται κι αυτός.
Όταν πέφτει η νύχτα, τα φώτα των παραλίμνιων οικισμών χαράζουν μια δεύτερη ακτογραμμή γύρω από τη λίμνη.
Αρτοτίβα – Η πέτρα που ένωσε τις δύο όχθες
Από το Καρέλι ξεκινώ προς το γεφύρι της Αρτοτίβας. Υπάρχει δυνατότητα να προχωρήσει κανείς σε μεγάλο μέρος της διαδρομής με κατάλληλο όχημα εκτός δρόμου. Προτιμώ το περπάτημα. Ο Εύηνος εμφανίζεται κατά διαστήματα χαμηλότερα, ανάμεσα στη βλάστηση. Το μονοπάτι είναι σχετικά ήπιο και η θέα προς το ποτάμι και τις γύρω πλαγιές αρκεί για να δικαιολογήσει την επιλογή. Το γεφύρι δεν εμφανίζεται αμέσως. Και ίσως είναι καλύτερα έτσι. Πρώτα διακρίνεται ένα τμήμα του μέσα από τα δέντρα. Ύστερα η καμπύλη. Και τέλος ολόκληρη η πέτρινη καμάρα.
Η Αρτοτίβα, γνωστή και ως «Καμάρα» ή «Βενέτικο», θεωρείται ένα από τα παλαιότερα σωζόμενα γεφύρια της Αιτωλοακαρνανίας. Η τοπική παράδοση συνδέει την κατασκευή ή την ανακατασκευή της με την πρώτη περίοδο της Ενετοκρατίας, μεταξύ 1407 και 1499. Για αιώνες εξυπηρετούσε την επικοινωνία ανάμεσα στα χωριά της περιοχής του Θέρμου και την Ορεινή Ναυπακτία. Τον χειμώνα η αξία της γινόταν ακόμη μεγαλύτερη, καθώς ο Εύηνος φούσκωνε και η διάβασή του από άλλα σημεία μπορούσε να γίνει αδύνατη. Από μακριά, αυτό που εντυπωσιάζει είναι η καθαρότητα της γραμμής της. Από κοντά, η θέση της.
Η καμάρα μοιάζει να έχει υπολογιστεί όχι μόνο για να περάσει πάνω από το ποτάμι αλλά και για να ενταχθεί ακριβώς στο σημείο όπου οι δύο όχθες έπρεπε να συναντηθούν. Ανεβαίνω στο λιθόστρωτο γεφύρι. Από την κορυφή του τόξου ο Εύηνος φαίνεται χαμηλά, πλαισιωμένος από απόκρημνες, κατάφυτες πλαγιές. Το νερό και ο αέρας είναι σχεδόν οι μόνοι ήχοι.
Και κάπου εδώ η Αρτοτίβα παύει να είναι απλώς μια όμορφη παλιά κατασκευή. Αρχίζεις να τη βλέπεις ως δρόμο. Από εδώ πέρασαν άνθρωποι, ζώα και εμπορεύματα. Άνθρωποι που δεν σταματούσαν στην κορυφή για να κοιτάξουν τη θέα αλλά συνέχιζαν προς τον επόμενο οικισμό, έχοντας μόλις ξεπεράσει ένα από τα μεγαλύτερα φυσικά εμπόδια της διαδρομής τους. Η χρησιμότητα έγινε ιστορία και η ιστορία, με τη σειρά της, μνημείο.
Στη βόρεια πλευρά του γεφυριού ένας μεγάλος πλάτανος απλώνει τη σκιά του δίπλα στον Εύηνο. Η στάθμη του ποταμού είναι χαμηλή, το νερό γίνεται διάφανο και οι πέτρες της κοίτης διακρίνονται καθαρά. Μένω εκεί για λίγο και βουτώ στα γαλαζοπράσινα νερά. Απέναντί μου η καμάρα. Πίσω της το βουνό. Και από κάτω, το δροσερό νερό σε γεμίζει με μια ευφορία, σαν να παίρνεις δέκα ζωές.
Η αόρατη γραμμή του νερού
Υπάρχει μια αόρατη γραμμή που περνά από όλες: είναι φτιαγμένη από νερό. Στο Θεοτικό, η φύση δημιούργησε τη δική της γέφυρα και έστειλε τον Χαλικιώτη από κάτω. Στον Μοκιστιάνο, το νερό δεν αναζητά πέρασμα. Πέφτει, σκάβει και χαράζει το δικό του. Στην Αρτοτίβα, ο Εύηνος ανάγκασε τον άνθρωπο να πάρει πέτρα και ασβέστη και να συνεχίσει εκείνος τη δουλειά της γεωγραφίας. Τρεις διαφορετικές εικόνες της ίδιας σχέσης. Και ίσως εκεί βρίσκεται το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της περιοχής του Θέρμου. Η φύση δεν υπάρχει απλώς γύρω από την ανθρώπινη ιστορία σαν σκηνικό. Έχει συμμετάσχει ενεργά στη διαμόρφωσή της. Το νερό καθόρισε περάσματα. Τα περάσματα έγιναν μονοπάτια. Τα μονοπάτια ένωσαν χωριά.
Καθώς απομακρύνομαι, η Τριχωνίδα επιστρέφει στο οπτικό πεδίο. Μεγάλη, φωτεινή και ήρεμη, δεν προδίδει σχεδόν τίποτε από την ένταση του τοπίου που κρύβεται πίσω από τις πλαγιές της. Αυτή είναι, τελικά, η εικόνα που κρατώ από το Θέρμο: ένας τόπος όπου το ενδιαφέρον αρχίζει συνήθως λίγο μετά το σημείο όπου πιστεύεις ότι έφτασες. Και ο καλύτερος τρόπος για να συνεχίσεις είναι απλός: να ακολουθήσεις το νερό.