Τι κάνει ένας Κρητικός στη λίμνη Δοϊράνη; Άγιοι που φορούν τζιν παρέα με τη Μέδουσα, τον Θησέα, τον Παπαδιαμάντη; Κρητικές μαντινάδες ταίριαξαν τις ρίμες τους στην ξεχασμένη Βάθεια˙ τη μανιάτικη, την πετρωμένη. Σπασμένα τζάμια, γκρεμισμένα έπιπλα, μικροί αργοί θάνατοι, αμελητέες υποσχέσεις. Στο Βαλεόρβο, στη Δοϊράνη. Μια απέραντη θλιμμένη ομορφιά, μια θυμωμένη απάθεια πλανιέται – σιωπή· μιλούν τα δάση, τα ποτάμια, οι ρεματιές, ακούς; Στα σύνορα στοιβάζονται οι άνθρωποι, σε κόκκινες βάρκες, γαλάζια αντίσκηνα, σακούλες νάιλον, αδιάβροχες. Βλέπεις εκείνα τα παιδιά, τα όλο μάτια, να σου μιλούν για τον πόλεμο – ραγίζεις. Ακούς για πόλεμο, μυρίζεις πόλεμο, περνά ο πόλεμος από μπροστά σου… Φόβος κι ελπίδα: Πώς δεν θα φτάσεις κάποτε ως εδώ. Πώς κάποτε θα φτάσεις κάπου. Ροδίτικο παραδοσιακό βαρούν τα χάλκινα – δεν έχει σύνορα η μουσική – μα πόσο αστείο… Μνήμες ξυπνούν, βγαίνουν από παντού, γίνονται πουλιά, μεταναστεύουν: Απ’ τα μικρασιατικά παράλια στους καημούς του Πόντου, τις μυστικές ντοπιολαλιές, τις γειτονιές των τσιγγάνων – ξεπερνιέται, μωρέ, η Κρήτη; Είναι «το Αιγαίο μας», «η λίμνη μας», «τα τσίπουρά μας», «τ’ αμπέλια μας», «η μουσική μας…» Οι θύμησες του Ηρακλή στις όχθες του Ερύμανθου, μιας αγκαλιάς σε όχθη βορεινή –οι πόθοι μιας γενιάς, το χτυποκάρδι μιας ελιάς, τα μυστικά του Βαρδάρη. Είναι το λουλούδι στην άκρη του δρόμου, που κάποιος νοιάζεται να καταγράψει. Το αγάπησε κάποτε η Μήδεια – το ΄ξερες; Είναι που άφησες τον μαθητή να επιβιβαστεί χωρίς εισιτήριο, τα παιδιά που στεγάζουν πρόσφυγες στην Αθήνα. Όλοι εκείνοι που γεμίσαν τα αυτοκίνητα με σακούλες – ρούχα, τρόφιμα, κονσέρβες, προσευχές, φάρμακα. Είναι το μονοπάτι που σημάδεψες, ο σπόρος που φύτεψες, που ξέπλυνες τα χέρια σου στο χώμα. Το κάστανο που μάζεψες να φτιάξεις μαρμελάδα με κείνη την ίδια συνταγή. Τα σκιάχτρα που τους έδωσες ζωή απ’ τα σκουπίδια. Δυο σαλιγκάρια που κάνουν έρωτα κι εσύ που βάλθηκες να τα φωτογραφίσεις... Γιατί; Για να βρεις ένα νόημα, τη ζωή όπως θα έπρεπε να είναι. Γιατί με κάποιον τρόπο που αγνοείς, όλα συνδέονται, γίνονται Ένα. Αυτό που γεννιέται, αυτό που πεθαίνει, το αμελητέο κομμάτι της ύλης, αυτό που μεγαλουργεί. «Το παν είναι να φλογιστεί η ψυχή του ανθρώπου για κάτι ευγενικό», γράφει ο Λουντέμης. Ξεριζωμός, φτωχολογιά, ημερολόγια ζωής, μικρές άγραφες ιστορίες... Αθηναϊκό απόγευμα στη Μαυρομιχάλη. Ένα κορίτσι στο μισό του μπαλκονάκι, κατεβάζει ένα σκοινί με μια κούκλα δεμένη στην άκρη του. Την κουνά στον αέρα μπροστά στα κεφάλια των περαστικών. Τους ξυπνά, τους πειράζει. Τους κάνει να γελούν για να γελάσει, να μην είναι μόνο, να μην είναι κι αυτοί... Κάποιες κούκλες σού μένουν για πάντα. Τις κουβαλάς μαζί σου παντού. Σύνορο σύνορο. Σε κυνηγά ο πόλεμος – δεν γνωρίζεις πού πας ούτε τι θα ’παιρνες μαζί σου. Παλεύεις να περισώσεις ό,τι απέμεινε: την ανθρωπιά μας, τη μνήμη μας, την παιδική μας κούκλα – το σπίτι μας. Κάθε «μας» κι ένα σωσίβιο. Παιδικό. Σαν εκείνο που κράταγες σε μια ακτή της Λέσβου ή της Χίου. Ροζ, με πολύχρωμα λουλούδια.

Εγγραφή στο newsletter

Please enable the javascript to submit this form


0
Shares

Σας αρέσει το site μας?

Ακολουθήστε μας στα social και δεν θα το μετανιώσετε...

0
Shares