Βάθεια Πέτρα βουβή στο βορινό…
5.0/5 κατάταξη (16 ψήφοι)
ΚΕΙΜΕΝΟ: Αλεξία Τούλιου Ι ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Νίκος Υφαντής, Αλεξία Τούλιου

Ενός λεπτού σιγή, ασάλευτη δίπλα στο σιγασµένο για χρόνια κανόνι. Μπροστά µας τόσο νερό – ταξιδεύει τη µατιά µέχρι το χέρι του Θεού. Ούτε απόψε θα διστάσει σύγκρουση φοβερή σε αχανή ορίζοντα, καθώς θα ρίχνει ρόδι πορφυρό, σκορπίζοντας χιλιάδες ρουµπίνια σε γη και ουρανό. Ένας υπόκωφος κανονιοβολισµός µόνο για µένα θα ’ναι η ευγνωµοσύνη του για την παραµονή και τη συνενοχή µου σε αυτόν τον µικρό καθηµερινό θάνατο. Έτοιµη να το εγκαταλείψω άλαλο στη µοναξιά του, στρέφω το κεφάλι δεξιά ξέροντας πως για ώρα στέκει εκεί, µια βουβή οµορφιά. Ένας µικρός πέτρινος οικισµός έχει σκαρφαλώσει στα βράχια να υποδεχτεί το σούρουπο. Μα θα ορκιζόταν κανείς πως τούτο το στέµµα δεν µπορεί να είναι ανθρώπινο κατασκεύασµα, µα αποτέλεσµα φυσικής και απρόσκοπτης µορφικής ανέλιξης.

Βρισκόµαστε στη Λακωνική Μάνη, και συγκεκριµένα στη Βάθεια, 33 χιλιόµετρα νότια της Αρεόπολης. Το φως δεν έχει εξαντληθεί ακόµη και εµείς χαλαρώνουµε στο «Φαγοποτείο» του κ. Σταύρου Ανδρουτσάκου, συλλέγοντας από τον ίδιο όσες πληροφορίες µπορούµε. Ο οικισµός δεν είχε πάντοτε τη θέση του εκεί, µας λέει. Ήταν κρυµµένος βαθιά –εξού και το όνοµά της, Βάθεια– σε µια ρεµατιά βορειοδυτικά της περιοχής, και οι ντόπιοι συνήθιζαν να τον αποκαλούν Παλιόχωρα. Οι επελάσεις των κουρσάρων, που δεν άφηναν τίποτα όρθιο, ανάγκασαν τους χωρικούς να µεταφερθούν στον βράχο. Για την οχύρωση και την ασφάλειά τους, έχτισαν πύργους ψηλούς που λειτουργούσαν ως παρατηρητήρια και πέτρινα πυργόσπιστα για κατοικίες. Το ένα κοντά στο άλλο πλαισίωναν κυκλικά τον οικισµό, µη επιτρέποντας όχι εχθρός αλλά ούτε µατιά να φτάσει ως το εσωτερικό. ∆εν είναι τυχαίο που η Βάθεια δεν λαβώθηκε ποτέ σε πόλεµο, που δεν έχει εµπλακεί σε οποιαδήποτε µάχη. Λέγεται πως ο πρώτος πύργος που χτίστηκε µετρούσε οκτώ ορόφους. Με το πέρασµα του χρόνου και τον φόβο της κατάρρευσης, αφαιρέθηκαν οι τέσσερις όροφοι. Μπορεί ακόµη να καταφέρνει να ορθώνει όσο ανάστηµα του έχει αποµείνει, όµως δεν είναι επισκέψιµος.
Η Βάθεια κτίστηκε κατά τον 18ο αιώνα. Στην ακµή της έφτασε τον 19ο αιώνα, ενώ πληθυσµιακά µέχρι το 1940 απαριθµούσε 300 κατοίκους. Η οικονοµία της αρχικά στηριζόταν στην κτηνοτροφία, το κυνήγι και την πειρατεία. Αργότερα οι κάτοικοί της στράφηκαν στην καλλιέργεια της ελιάς, για την οποία στήθηκαν τέσσερα ελαιοτριβεία. Γύρω στο 1980, η έξαρση του φαινοµένου της αστυφιλίας δεν την άφησε ανέπαφη. Πριν από λίγα χρόνια, µε την πρωτοβουλία του κυρίου Ανδρουτσάκου, κοινοτικού προέδρου, και την παρέµβαση του ΕΟΤ, έγιναν έργα αναστήλωσης και εκµετάλλευσης του οικισµού. Πράγµατι δηµιουργήθηκαν παραδοσιακοί ξενώνες, εστιατόρια και καφέ, µια προσπάθεια που όµως δεν ευδοκίµησε αφού αντί για τουριστικός πόλος έλξης, µένει σήµερα ερηµωµένη και φθαρµένη να µετράει ως µόνιµους κατοίκους µόνο δύο ηλικιωµένα αδέρφια. Λειτουργώντας ως ανοικτό µουσείο, παρέχει την ευκαιρία στον επισκέπτη να θαυµάσει από κοντά τις πυργογειτονιές, οι οποίες ανήκουν σε τέσσερις οικογένειες, τους Μιχαλακιάνους, τους Καλλιδωνιάνους, τους Λαγουδιάνους και τους Καραµπατιάνους. Κάποια πυργόσπιτα συντηρούνται ως εξοχικές κατοικίες, µόνο που η πληθώρα των κληρονόµων αποτελεί τροχοπέδη σε µια εκ νέου γενικότερη απόπειρα αναστήλωσης.
Τα παράπονα, έκδηλα στο πρόσωπο του κυρίου Σταύρου, που λέει πως έχασαν τον χρόνο από στεριά και θάλασσα. «Την ξέχασαν τη Μάνη, ακόµη και οι δικοί της άνθρωποι πετρώσανε, ενώ για να την επισκεφτεί κάποιος, θα πρέπει να ταξιδέψει πολλές ώρες…» Ο ίδιος δίνει τη δική του µάχη για να κρατήσει ζωντανή τη Βάθεια, διατηρώντας το µοναδικό εστιατόριο-καφέ της περιοχής. Ωστόσο, τα µάτια του λάµπουν όταν µε υπερηφάνεια µας λέει πως είδε φωτογραφία της Βάθειας να κοσµεί τη µία πλευρά ενός ουρανοξύστη στη Νέα Υόρκη. Είναι αλήθεια πως αν κανείς προσέξει την εικόνα και τη µορφή της, το πώς ξεπετάγονται οι πύργοι αλλά και το στήσιµό τους, αντικρίζει µια µικρογραφία του Μανχάταν – και αναρωτιέµαι πώς θα φαντάζει άραγε φωτισµένη, τώρα που η νύχτα πέφτει. Σωστό κόσµηµα, περίτεχνη τιάρα αστραφτερή να µαγεύει τους περαστικούς ναυτικούς. Ματαίως ανυποµονώ, αφού µαθαίνω πως αυτός ο αρχιτεκτονικός θησαυρός βυθίζεται στο σκοτάδι. Ποια Νέα Υόρκη; Ποια φώτα; Στο δευτερόλεπτο, προλαβαίνω να διακρίνω το αλεξικέραυνο του µισογκρεµισµένου πύργου που παλεύει να υψωθεί λίγο παραπάνω, πριν το καταπιεί ολοκληρωτικά το σκοτάδι. Μόλις η Βάθεια πέρασε στην ανυπαρξία. Μια στάση µε το αυτοκίνητο, µακριά από τα φώτα του µαγαζιού και δεν µπορώ να µην της ταιριάξω τους στίχους: «Σπασµένο καράβι σε κατάπληκτα βράχια και τ’ αστέρια µακριά, να κοιτάνε». Ναι, τα αστέρια, κοιτάζοντας τον ουρανό της, θαρρείς η Ήρα να έφτιαξε τον γαλαξία µόνο γι’ αυτήν, να την κοιτάει και να της δίνει το ελάχιστο φως που µπορεί.
Η Λακωνική Μάνη διαθέτει εκτός από τη Βάθεια και άλλες φυσικές οµορφιές. Το καλοκαιράκι ο επισκέπτης µπορεί να απολαύσει το µπάνιο του σε δύο παραλίες, µε την ονοµασία Κάποι και Έξω Κάποι, αλλά να έχει και την ευκαιρία να νιώσει πως βρίσκεται στο τέλος της γης σαν πατήσει στο Ταίναρο, το νοτιότερο άκρο της Πελοποννήσου, ταξιδεύοντας παράλληλα πίσω στον χρόνο, αφού εκεί κάποτε δέσποζε ο ναός του Ποσειδώνα και λειτουργούσε νεκροµαντείο.
Επιστρέφοντας στον προορισµό µας, είµαστε έτοιµοι να εισέλθουµε στα ενδότερα του οικισµού, που αποτελεί εξαιρετικό δείγµα µανιάτικης αρχιτεκτονικής. Η περιήγηση απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή γιατί ο κίνδυνος κατάρρευσης είναι υπαρκτός. Τρεις παλαιοχριστιανικές εκκλησίες στέκουν ακόµη, ο Άγιος Νικόλαος, ο Προφήτης Ηλίας και η Υπαπαντή, καθώς και ό,τι απέµεινε από το λιοτρίβι, που πρώτο πρώτο σε καλωσορίζει. Από εξωτερικής πλευράς, έχεις την αίσθηση πως πρόκειται για πύργους µε µεγάλο πλάτος. Το πάχος των τοίχων, όµως, είναι αυτό που ξεγελάει, καθώς το εσωτερικό είναι ιδιαίτερα στενό σε επιφάνεια. Πολλές µικρές σκαλίτσες οδηγούν επάνω, ενώ τα µικρά ανοίγµατα σε πόρτες και παράθυρα µού κόστισαν αρκετά χτυπήµατα στο κεφάλι… Οι δέσµες φωτός µέσα από τα σπασµένα τζάµια επιλεκτικά ξεκαθαρίζουν τα ξεχασµένα και σαραβαλιασµένα έπιπλα, δηλωτικά µιας περασµένης πολυτέλειας. Νιώθεις παντού τη µοναξιά, τη νεκρική σιγή, µα σαν κλείσεις τα µάτια, κουρασµένες κραυγές απελπισίας καταλήγουν στ' αυτιά, αποδεκατισµένοι ψίθυροι, εγκλωβισµένοι για πάντα στις ρωγµές της πέτρας. Όχι, είναι κρίµα οι αρχές να εθελοτυφλούν, είναι κρίµα ένα τέτοιο µέρος να καταδικάζεται σε αχρηστία, να υποµένει την αδυσώπητη φθορά του χρόνου έως τον βέβαιο θάνατό του.
Η επίσκεψή µας έχει τελειώσει, µα εµείς δεν φεύγουµε. Ως φωτογράφοι δεν µπορούµε να δεχτούµε πως δεν θα απαθανατίσουµε τη νυχτερινή Βάθεια. Παρκαρισµένοι ψηλότερα από τον οικισµό, δίπλα στο ιδιαίτερο νεκροταφείο της µε τους κιβωτιόσχηµους τάφους, περιµένουµε να πέσει για τα καλά η σκοτεινιά. Αυτό το µέρος έχει στοιχειώσει, ούτε ένα σταθµό στο ραδιόφωνο δεν µπορείς να ακούσεις, µόνο το πέταγµα µιας µύγας που έχει παγιδευτεί στο αυτοκίνητο ταράζει κάπου κάπου την ησυχία. Στα πόδια µας η Βάθεια, κόρη όµορφη µα φτωχή κι ανήµπορη, λες και λαβώθηκε πολύ από ανεκπλήρωτο έρωτα, γονατίζει ακόµη ένα δειλινό µπροστά στη µοίρα της. Απόψε, όµως, την περιµένει µια έκπληξη. Ο ένας µε την κάµερα σε απόσταση, το διάφραγµα ανοικτό για 15 λεπτά και ο άλλος ρισκάροντας µέσα στη µαυρίλα του οικισµού, είµαστε αποφασισµένοι να τη στολίσουµε. Μια µικρή επίκληση στα άστρα για λίγη λάµψη και µε το φλας, ένας ένας πύργος αστραπιαία αποκαλύπτεται, γιγάντιος και φωτισµένος στα µάτια µας µέχρι να χαθεί ξανά. Μετά από δύο προσπάθειες, το αποτέλεσµα µάς αποζηµιώνει. Οι µικροί µας κεραυνοί, µετουσιωµένοι σε χρυσαφένιες ράβδους, έπλεξαν την πιο όµορφη κορωνίδα της ΜάνηςΣτην επιστροφή για το ξενοδοχείο δεν συναντήσαµε ψυχή, εκτός από κάποια ζωάκια εδώ κι εκεί, που διέσχιζαν τον δρόµο κατηφορίζοντας όλα προς το ίδιο µέρος σαν να πρόκειται να συναντηθούν σε κρυφή γιορτή. Την έχουν ξεχάσει τη Μάνη, και όταν ο Ψαραντώνης τραγουδά «Πέτρα βουβή στο βορεινό πώς νταγιαντίζεις πε µου το ξεροβόρι του χιονιά, την όργητα τ’ ανέµου...» ίσως για κείνη να µιλά, µα συνεχίζοντας υπενθυµίζει σε όλους µας πως στο πιθάρι της Πανδώρας παρέµεινε η ελπίδα... «Κι οι πέτρες δεν την έχουν την τόση αµοναξά µου γιατί είδα µια κι είχε αγκαλιά τη ρίζα τ’ ασφεντάµου».
Μόλις 30 λεπτά βορειότερα της Βάθειας βρίσκεται η ιστορική Αρεόπολη. Άκρως ενδιαφέρουσα από ιστορικής πλευράς, µε τα λιθόστρωτα καντούνια και τα 30 αρχοντικά της αποτελεί το ιδανικό µέρος για διαµονή αλλά και διασκέδαση αφού διαθέτει πολλά εστιατόρια, καφέ και µπαρ, που καλύπτουν όλες τις προτιµήσεις. Η δική µας επιλογή και πρόταση είναι ο παραδοσιακός ξενώνας «Κάστρο Μαΐνη», που βρίσκεται στο κεντρικό σηµείο της περιοχής. Στις εγκαταστάσεις του λειτουργούν δύο πισίνες, µία για µεγάλους και µία για µικρούς, αλλά και υδροµασάζ. Στο εστιατόριο µπορεί κανείς να απολαύσει τοπικές γεύσεις σπιτικής κουζίνας, ενώ το ευγενικό και πρόσχαρο προσωπικό του υπόσχεται άνετη και πολυτελή διαµονή.