Μακρόνησος Κι εσύ, «Ελένη…»
0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)
Κείμενο: Αναστασία Γεώργα Φωτογραφίες: Γιώργος Ξυπολιάς

«Δυόμισι μίλια από το νότιο άκρο της Αττικής – η Μακρόνησος είναι το νησί των εξορισμένων. Με ερείπια που δεν περιγράφει κανένας ταξιδιωτικός οδηγός. Επειδή δεν είναι από την ένδοξη αρχαιότητα, αλλά από μια άλλη, σκοτεινή εποχή. Μόνο μία φορά τον χρόνο έχει επισκέπτες. Η Μακρόνησος είναι έρημη, μόνο μερικά κατσίκια περιπλανιούνται στους λόφους. Το νησί αυτό άνοιξε ένα χάσμα στην ελληνική κοινωνία, βαθύ και ανυπέρβλητο, όπως ήταν για τους εξόριστους τα πέντε χιλιόμετρα νερού μεταξύ του νησιού και της ηπειρωτικής χώρας.

Ένα ταμπού, μέχρι σήμερα» γράφει το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel.

Τυλιγμένη για καλό και για κακό στο αντιανεμικό μου, φορώντας τα κατάλληλα παπούτσια για να μην… πληγωθούν τα μαλθακά μου πέλματα, κι έχοντας τον ταξιδιωτικό μου σάκο γεμάτο με νερό και σνακ, μήπως πεινάσω ή διψάσω, ξεκίνησα ένα ηλιόλουστο πρωινό του Οκτώβρη για την πολυπόθητη πεζοπορία μου στη Μακρόνησο….

Το ταξίδι απ’ το Λαύριο προς το νησί είναι μόλις 2,5 ναυτικά μίλια, δηλαδή γύρω στα 10 λεπτά με τα ναυλωμένα ταχύπλοα. Στο τόσο σύντομο χρονικό διάστημα της διαδρομής, τα συναισθήματά μου διαδέχονταν το ένα το άλλο, χωρίς καμιά λογική συνέχεια. Λες και είχε ξεσπάσει επανάσταση μες στην ψυχή και το μυαλό μου, φωνές, ψίθυροι και εικόνες, όλα ξεσηκώνονταν και ούρλιαζαν με όση δύναμη είχαν διεκδικώντας το καθένα τον δικό του χώρο στη συνείδησή μου. Όσο πλησιάζαμε, τόσο το στομάχι μου δενόταν κόμπος. Γυμνή και άγονη, η Μακρόνησος έχει αρχίσει να φαίνεται πια καθαρά. Ένα μακρόστενο κομμάτι στεριάς, που στέκει απόμακρο κι απομονωμένο.

Από την αρχαιότητα

στην εμφύλια διαμάχη

Ποιο είναι στ’ αλήθεια το νησί το οποίο σημάδεψε τη νεότερη ιστορία της χώρας; «Είναι το δυτικότερο νησί των Κυκλάδων και διοικητικά υπάγεται στην Κέα. Η έκτασή της είναι 18,427 τ. χλμ. και το έδαφός της με μικρούς λόφους, ξηρό και βραχώδες. Έχει 28 χλμ. μήκος ακτών, που σχηματίζουν τρεις όρμους. Οι πήγες είναι λιγοστές, σχεδόν ανύπαρκτες, και συχνά στερεύουν. Στους αρχαίους χρόνους ονομαζόταν “Ελένη”, επειδή εδώ αποβιβάστηκαν ο Μενέλαος και η Ελένη κατά την επιστροφή τους από την Τροία…» διαβάζω στο έντυπο που μας έδωσαν να κρατάμε.

Το όνομα Μακρόνησος αναφέρεται πρώτη φορά στα μέσα του 13ου αιώνα. Στην αρχαιότητα το νησάκι ήταν γνωστό με το όνομα Μάκρις και αργότερα Μάκρη, εξαιτίας του σχήματός της. Μπροστά της περνά ένα ισχυρό θαλάσσιο ρεύμα, που χύνεται απ’ τον Εύξεινο Πόντο στο Αιγαίο, ενώ ο ύφαλος της Τρυπητής στο βόρειο άκρο του νησιού αποτελούσε μεγάλο ακτοπλοϊκό κίνδυνο.

Στην αρχαιότητα, η γύρω περιοχή ήταν πολυσύχναστος θαλάσσιος δρόμος. Έξι αρχαία ναυάγια έχουν εντοπιστεί γύρω απ’ τη Μακρόνησο, που χρονολογούνται από τον 2ο έως τον 4ο αιώνα μ.Χ. Ακόμα και τις τελευταίες δεκαετίες ήταν ορατό το μισοβυθισμένο πλοίο «Apollonia VI» μετά την πρόσκρουσή του στην Τρυπητή, το 1980. Κατά τον Μεσαίωνα ο τόπος ήταν ορμητήριο πειρατών. Επίσης γίνεται λόγος για την ύπαρξη μοναχών στο νησί, γεγονός που επιβεβαιώ-νεται, το 1675, και από τον Γάλλο περιηγητή A. Guillet.

Κατά τους προϊστορικούς χρόνους, στη θέση Προβάτσα της Μακρονήσου, βρέθηκαν οι αρχαιότεροι γνωστοί «λιθάργυροι» των Λαυρεωτικών, που μαρτυρούν μεταλλουργική δραστηριότητα. Το 1881 η Μακρόνησος παραχωρείται ως μεταλλείο στη μεταλλευτική εταιρία «Ελένη». Το 1910 γίνεται έρευνα για ψευδάργυρο στο νησί ενώ το 1948 (κατά την περίοδο «αναμόρφωσης» πολιτικών κρατουμένων), ιδρύεται η εταιρεία «Ελληνικαί Μεταλλευτικαί Επιχειρήσεις Μακρόνησος ΕΜΕΜ ΑΕ».

Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913) στη Μακρόνησο είχε μεταφερθεί μεγάλος αριθμός Τούρκων και Βούλγαρων αιχμαλώτων, οι περισσότεροι από τους οποίους πέθαναν από δίψα και χολέρα. Επίσης λειτούργησε για έναν και πλέον χρόνο (1922-1923) ως λοιμοκαθαρτήριο προσφύγων (Ποντίων κατά κύριο λόγο). Εδώ δηλαδή «φιλοξενήθηκαν» δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες κάτω από απάνθρωπες και τραγικές συνθήκες, με αποτέλεσμα πάρα πολλοί να αφήσουν σε αυτό τον τόπο την τελευταία τους πνοή.

Όμως, η Μακρόνησος έχει σημαδέψει την ιστορία της νεότερης Ελλάδας και είναι χώρος ιστορικής μνήμης και βαθιάς περισυλλογής. Όχι μόνο γι’ αυτούς που έζησαν τη φρικαλεότητα της περιόδου 1947-1953, αλλά για όλους τους Έλληνες, ως «σύμβολο καταδίκης του εμφυλίου πολέμου, όλων των βασανιστηρίων και κάθε καταπίεσης από οπουδήποτε προερχόμενης, βωμός ελευθερίας της σκέψης και των ιδεών…». Με αυτές ακριβώς τις λέξεις, στις 16 Μαΐου 1989, το υπουργείο Πολιτισμού χαρακτηρίζει ως τόπο ιστορικό ολόκληρο το νησί και διατηρητέα μνημεία όλα τα κτίρια και τα στρατόπεδα της Μακρονήσου.

Ως Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, η Μακρόνησος ξεκίνησε να λειτουργεί στις 26 Μαΐου 1947 και εκεί στάλθηκαν συνολικά περισσότεροι από 100.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Έζησαν σε ένα οργανωμένο σύστημα καθημερινής εξόντωσης, ενάντια στη συνείδηση και την αξιοπρέπεια, ενάντια στην αντοχή του ανθρώπου. Στην κόλαση εκείνη, εφαρμόζονταν τα πιο ανείπωτα βασανιστήρια, που σκοπό είχαν να τσακίσουν την αντίσταση των κρατουμένων. Σωματικά βασανιστήρια, ψυχολογική βία και δημόσιος εξευτελισμός – τα αποτυπώματά τους στους πολιτικούς κρατούμενους της Μακρονήσου ήταν φρικτά. Πολλοί πέθαναν, άλλοι έμειναν ανάπηροι, τυφλοί, και κάποιοι τρελάθηκαν.

«Όποιος δεν πέρασε από τη Μακρόνησο, δεν μπορεί να φανταστεί τη σατανική συμμαχία των δημίων με τη φύση του νησιού. Η όστρια, ο γρέγος και ο σιρόκος λυσσομανούν πάνω σε τούτο τον βράχο. Γκρεμίζουν τα αντίσκηνα, σηκώνουν το χώμα ψηλά σχηματίζοντας ένα γκρίζο σύννεφο και το χαλίκι εκσφενδονίζεται ορμητικά και μαστιγώνει όποιον βρει στον δρόμο του». Γράφει η Αφροδίτη Μαυροειδή Παντελέσκου, για να συμπληρώσει, παρακάτω: «Το καλοκαίρι είναι αβάσταχτο στο Μακρονήσι. Οι μαύροι βράχοι πυρώνουν, τα αντίσκηνα βγάζουν φλόγες, η γη καίει σαν πυρωμένο σίδερο και δεν υπάρχει ίσκιος πουθενά. Ούτε ένα δέντρο για να ρίξει τη δροσιά του, ευεργετική και παρήγορη. Ούτε νερό να δροσίσουμε τα μέτωπά μας. Τα καψόνια μάς απόκαμαν...» (Στρατόπεδα Γυναικών, Εκδόσεις Αλφειός).

Τα τραγικά εκείνα χρόνια διήρκεσαν από το 1947 έως το 1952, ώσπου η γενική κατακραυγή και οι καταδικαστικές αποφάσεις του ΟΗΕ και ολόκληρης της ελεύθερης Ευρώπης ανάγκασαν τις ελληνικές κυβερνήσεις να βάλουν ένα τέλος στη θηριωδία, ενώ ξεκίνησαν δίκες για κάποιους από τους αρχιβασανιστές της εποχής.

Πορεία - πρόκληση

Με ξεναγό μας τον κ. Τάσο Μανωλίτση, μέλος του ορειβατικού περιπατητικού συλλόγου «ΕΠΟΣ Φυλής» αλλά και του ΔΣ του Μουσείου Μακρονήσου, φτάσαμε στο νησί. Τραχύ, βραχώδες, αφιλόξενο και γκρίζο το τοπίο, γεμάτο πουρνάρια και αγκάθια. Πλακώνεται η ψυχή μας απ’ την πέτρα, μπουχτίζει το μάτι να βλέπει λιθάρια. Πού και πού ερχόταν από μακριά μια γλυκιά μυρωδιά από θυμάρι, που χανόταν πριν προλάβουμε να την καλοκαταλάβουμε. Άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα κτίρια, ερειπωμένα, με εμφανή τα σημάδια της εγκατάλειψης.

Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν εκείνα των αρτοκλιβάνων, του θεάτρου και μιας τεράστιας εκκλησίας στην κορυφή ενός απόκρημνου λόφου. Ο εκκλησιασμός, βλέπετε, ήταν υποχρεωτικός, όπως και η θεία κοινωνία και η εξομολόγηση. Τόσο το θέατρο όσο και την τεράστια αυτή εκκλησιά τα έχτισαν με τα χέρια τους οι κρατούμενοι ανεβάζοντας πέτρες, τσιμέντα, σίδερα και ό,τι άλλο χρειαζόταν, σ’ ένα τόσο δύσβατο ανηφορικό και βραχώδες έδαφος. Ανεβαίνουμε απ’ το μοναδικό βατό μονοπάτι με προορισμό το γιγάντιο άγαλμα του «Μακρονησιώτη κρατούμενου», με την πέτρα στους ώμους και τα δεσμά στα πόδια, που δεσπόζει επιβλητικό. Έργο τού άλλοτε κρατούμενου και νεαρού τότε γλύπτη Γρηγόρη Ριζόπουλου, είναι ορατό ακόμα κι απ’ τη θάλασσα.

Σύντομα ξεκινάμε βαδίζοντας προς τα βορειότερα σημεία του νησιού μέχρι να προσεγγίσουμε το περίφημο θέατρο. Μια απλή, αλλά υπέροχη κατασκευή, μικρή ανάσα ελευθερίας για τους εξορισμένους, αφού αποτέλεσε και τον μοναδικό τόπο «ψυχαγωγίας» τους. Στο θέατρο αυτό άρχισαν να ανεβαίνουν παραστάσεις από αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, κατά κύριο λόγο, όπως ο Προμηθέας Δεσμώτης, πολλές από τις οποίες σκηνοθέτησε ο εξόριστος τότε Νίκος Κούνδουρος. Εδώ άλλωστε «φιλοξενήθηκαν» πολλοί άνθρωποι από αυτούς που αποτέλεσαν τη μετέπειτα υψηλή διανόηση και κουλτούρα της πατρίδας μας, ενώ στη σκηνή αυτή πρωτοεμφανίστηκε ο νεαρός τότε Θανάσης Βέγγος και ο τεράστιος Μάνος Κατράκης, εξόριστοι του καθεστώτος της εποχής. Το υπαίθριο θέατρο «ζωντάνεψε» ξανά τον Αύγουστο του 2003 με δύο συναυλίες σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και ποίηση Γιάννη Ρίτσου (κρατούμενοι και οι δύο στη Μακρόνησο), οι οποίες συγκέντρωσαν συνολικά 22.000 άτομα!

Είναι γνωστό πως στη Μακρόνησο κρατήθηκαν, εξαιτίας των ιδεών τους, πολλοί σπουδαίοι καλλιτέχνες, αλλά και αγνοί άνθρωποι της εποχής. Το αποτέλεσμα της «συγκατοίκησης» αυτής συχνά ήταν κάτι παραπάνω από υπέροχο. Ήταν η δημιουργική συνύπαρξη, η βαθιά φιλία (όπως αυτή του Βέγγου με τον Κούνδουρο) αλλά και η απαρχή μιας εποχής που ανέδειξε τους πιο ευαίσθητους και βασανισμένους ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων, αποδεικνύοντας ότι ο πόνος, η βαρβαρότητα, ο εγκλεισμός μπορούν να μεταμορφωθούν σε έμπνευση και δημιουργία. Φεύγω πραγματικά συγκινημένη και εντυπωσιασμένη απ’ την επινοητικότητα, τη δύναμη και το κουράγιο τους…

Σειρά είχαν οι αρτοκλίβανοι. Ένα τεράστιο εγκαταλειμμένο κτίριο πρόβαλε από μακριά σαν φάντασμα. Μας πήρε αρκετή ώρα να το προσεγγίσουμε, ενώ το κακοτράχαλο έδαφος συχνά πυκνά μάς πλήγωνε τα πόδια. Δυστυχώς οι πόρτες ήταν κλειστές και ο έξω χώρος γεμάτος περιττώματα απ’ τα κατσίκια και τα πρόβατα που έχουν κατακλύσει το νησί. Η δυσοσμία ήταν τρομερή, οι μύγες χιλιάδες, μας γαργαλούσαν το πρόσωπο και κάθε γυμνό σημείο του κορμιού μας. «Αυτή η πόρτα είναι ανοιχτή», μια φωνή από το βάθος μας καλεί. «Ειρήνη, Ελευθερία, Δημοκρατία, Εθνική Ανεξαρτησία» τα συνθήματα της ΠΕΚΑΜ στους τοίχους, ένα απόσπασμα από ποίημα του Γιάννη Ρίτσου κι ένας χάρτης που με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν τα μόνα «αξιοθέατα» στα άδεια δωμάτια. Μόνο οι τεράστιοι φούρνοι και οι μεγάλες μαρμάρινες γούρνες –τα ζυμωτήρια– στο τελευταίο δωμάτιο μαρτυρούν τον σκοπό για τον οποίο προορίζονταν.

Τελικός προορισμός η εκκλησία του Αϊ-Γιώργη, σημείο αναφοράς της εποχής. Ο δρόμος μέχρι εκεί έμοιαζε σαν μικρός Γολγοθάς, πολλές φορές μου πέρασε από το μυαλό να σταματήσω. Όμως κάτι η περιέργεια κάτι η ντροπή με έκαναν να συνεχίσω. Επιτέλους, ο Άγιος Αντώνιος φάνηκε να προβάλλει στην κορυφή του δύσβατου ετούτου ανήφορου: ένα αριστούργημα αρχιτεκτονικής με ένα γιγαντιαίων διαστάσεων προαύλιο φαντάζει σαν μητροπολιτικός ναός.

Κάπου εκεί η δική μου πορεία τέλειωσε και άρχισα να κατεβαίνω προς το λιμάνι, χάνοντας συνεχώς τον δρόμο της επιστροφής. Τα μέλη του ορειβατικού συλλόγου θα συνέχιζαν την πορεία τους κατά μήκος της κορυφογραμμής, τέσσερις με πέντε ώρες πεζοπορία, για να κάνουν τον γύρο του νησιού, που είναι γύρω στα 15 χλμ. Γεμάτο απόκρημνες πλαγιές και γκρεμούς το νησί, ειδικά στο πίσω μέρος. Μετά από μια άσκοπη περιπλάνηση μισής ώρας, κατάφερα κι εγώ να κατέβω.

Εκεί άρχισε μια καινούργια πορεία-πρόκληση, «η πορεία προς τον ίσκιο». Μοιάζει απίστευτο, μα ολόκληρο νησί δεν έχει ούτε ένα δέντρο να ξαποστάσεις, ούτε μία πηγή να πιεις νερό. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που, παρότι κοντά στην πρωτεύουσα, η Μακρόνησος επιλέχθηκε ως τόπος εξορίας.

Επιτέλους ανακαλύψαμε μια τέντα σ’ ένα αυθαίρετο μικρό κτίσμα, το οποίο χρησιμοποιεί ο βοσκός με τον γιο του για να αποθηκεύουν τις ζωοτροφές. Η βρόμα ήταν αβάσταχτη. Περιττώματα και ούρα από τα κατσίκια κάτω απ’ το λιοπύρι μαζί και τα σμήνη απ’ τις μύγες καθιστούσαν την παραμονή μας εφιαλτική. Από το σημείο αυτό φαίνονταν τα απομεινάρια κάποιων κτιρίων, τα οποία δεν μπορούσα στην αρχή να καταλάβω αν είναι από την αρχαία ή τη νεότερη εποχή.

Όπως μου εξήγησε ο κ. Τάσος, «οι κρατούμενοι στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο τους δημιουργούσαν. Έφτιαχναν γλυπτά και μνημεία εμπνεόμενα από την αρχαιότητα. Υπάρχει μάλιστα και μια μικρογραφία του Παρθενώνα, δυο μεγάλα λιοντάρια στην είσοδο του λιμανιού, και πολλά ακόμη διάσπαρτα κτίσματα, που έχουν πια γκρεμιστεί». Μιλήσαμε για το Μουσείο Μακρονήσου, που ιδρύθηκε από την ΠΕΚΑΜ (Πανελλήνια Ένωση Κρατουμένων Αγωνιστών Μακρονήσου), στην οδό Αγίων Ασωμάτων 31 και φιλοξενεί οπτικοακουστικό υλικό των αγωνιστών, χειρόγραφα, γλυπτά και ό,τι άλλο έφτιαξαν ή έγραψαν οι εξόριστοι κατά τη χρονική εκείνη περίοδο.

Η ζέστη όλο και έσφιγγε, η δυσωδία γινόταν όλο και πιο έντονη, κι εγώ κοιτούσα ανυπόμονα τις κορυφογραμμές, αλλάζοντας συνεχώς θέση, με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα φανεί η ορειβατική ομάδα. Το νερό μου τέλειωσε, δυόμισι λίτρα νερό (!), και νόμιζα ότι θα λιποθυμήσω, όταν επιτέλους άρχισαν να φαίνονται οι πρώτοι απ’ την ομάδα. Δεν αργήσαμε να επιβιβαστούμε στα ναυλωμένα ταχύπλοα για να πάρουμε τον δρόμο του γυρισμού.

Το συναίσθημα που κυριαρχούσε μέσα μου φεύγοντας ήταν κυρίως η πίκρα για την εγκατάλειψη ενός τέτοιου ιστορικού τόπου. Πόσο καλύτερα θα ήταν αν αξιοποιούνταν οι μισογκρεμισμένοι άδειοι χώροι χάριν του πολιτισμού.

Απομακρυνόμαστε απ’ το νησί, το κοιτάζω, σταχτί και γκρίζο, άγονο και αφιλόξενο, μια μακρόστενη λουρίδα γης μέσα στη θάλασσα, τόσο μόνο του, λες και η ιστορία το τιμωρεί για όσα συνέβησαν εκεί. Ένας κόμπος ανεβαίνει στον λαιμό μου, τα μάτια μου βουρκώνουν, δεν ξέρω γιατί, ή μάλλον προσποιούμαι πως δεν ξέρω…